Πονάει η πλάτη μου…

Απαπαπα! Η ρημάδα η πλάτη μου με έχει πεθάνει! Τι το ‘θελα και σήκωσα τόσο βάρος, λες και είμαι ακόμα τζόβενο στα σαράντα μου; Δεν μου φτάνουν τόσα βάρη που έχω φορτωθεί ο δύστυχος – λογαριασμούς, διατροφές, χαράτσια και ξανά λογαριασμούς – ήθελα και κάνω και μετακόμιση. Να μου πεις, με τον μισθό στα άπατα, πως θα αντέξω το ρετιρέ στη Πανόρμου; Έπρεπε να την κάνω με ελαφρά ο άνθρωπος, διαφορετικά θα χρειαζόταν και εκδοθώ επί χρήμασι. Η γκαρσονιέρα στο Αιγάλεω, θα γίνει παλατάκι. Τώρα θα με ρωτήσεις που θα χωρέσουν τα έπιπλα από το τεσσάρι! Ε, στην πλάτη μου κι αυτά…

Έρχεται που λέτε ο φορτηγατζής για να πάρει όσα έπιπλα έμειναν από το ξεσκαρτάρισμα. Ακόμα το κλαίω το υπέρδιπλο κρεβάτι που χάρισα στη φιλενάδα! Τυχερή η αρίδα της, που θα απλώνεται στο στρωματάκι μου! Ευτυχώς, δεν της είπα το τι έχει ανέβει σε αυτό το κρεβάτι! Αν είχε μάτια θα είχε τυφλωθεί. Ας μη μιλήσω για στόμα… Ούτε ο Νιαγάρας! Τελοσπάντων, θα βολευτώ στο ημίμονο! Ε, ναι, δεν υπάρχει άλλη λέξη για τον μίνιμαλ καναπέ μου, που θα υποδέχεται κάθε βράδυ την κορμάρα μου. Ας επιστρέψουμε, όμως, στον φορτηγατζή. Με κοιτάζει, τον κοιτάζω. Μου χαμογελάει, του χαμογελάω. Μου την πέφτει; Αναρωτιέμαι… Ευτυχώς, όχι! «Ανεβάστε τα!», μου λέει. Κάνει πλάκα, σκέφτομαι! «Δεν πιστεύω να έχετε την απαίτηση να τα ανεβάσω εγώ! Ας προνοούσατε για εργάτες!», απαντάει στο, γεμάτο απορία, βλέμμα μου. Μήπως να μου την έπεφτε καλύτερα; Εκεί ήταν η στιγμή που ένιωσα ευλογημένος για τον μίνιμαλ καναπέ μου και καταραμένος για το δίπορτο ψυγείο μου. Ήθελε και παγάκια από βρύση ο κώλος μου. Το μπαρδόν! Όσο έκανε ο φορτηγατζής το τσιγάρο του, το φο μπιζού, που στο λαιμό να του κάτσει, εγώ τελούσα χρέη χαμάλη με την πλάτη μου να γίνεται αεροδρόμιο. Α, ρε Έλληνα, πόσα ακόμα θα αντέξεις;

Κατευθυνόμενοι, λοιπόν, προς Αιγάλεω, με τον φορτηγατζή δίπλα μου να τραγουδάει το νέο σουξέ της Άντζελας – δεν ξέρω τελικά ποιόν από τους δύο προτιμώ, τον φορτηγατζή με τη φωνή από συρματόσχοινο ή, την αδιάφορη προς την μόρφωση, λαίδη Ντι – προσπαθούσα να χαλαρώσω από τα βαρέα ανθυγιεινά. Κανονικά θα έπρεπε να του χρωστάω και χάρη του φορτηγατζή, που δέχτηκε να με πάρει στη θέση του συνοδηγού, γιατί το αυτοκινητάκι μου είχε γίνει, τα δύο τελευταία ενοίκια του προηγούμενου και η προκαταβολή του νυν. Χαζεύοντας τις βιτρίνες, υπό την αιθέρια μουσική υπόκρουση των θορύβων σιδηροβιομηχανίας, που έβγαινε από το στόμα του διπλανού, έπεσε το μάτι μου σε ένα γυμναστήριο. Μόνο μισή ώρα στάση κάναμε έξω από το γυμναστήριο. Δεν είχε κίνηση ο δρόμος, ευτυχώς. Από τις καλές μέρες! Το γυμναστήριο είχε τεράστια τζαμαρία και φαίνονταν τα πάντα. Και τα σαράντα παλικάρια από το City Gym που θα ορθώσουν την πλάτη τους στη σκλαβιά της γερμανίδας Μέρκελ. Τριγωνικές πλάτες, μπράτσα βουνό, σιδερένια πόδια, αλλά το στρινγκ , στρινγκ. Έστεκαν μπροστά στον καθρέφτη και έπαιρναν πόζες σαν την αείμνηστη Τσιντικίδου μπροστά στα μάτια των κριτών. Ένιωσα υπερήφανος για τη νέα γενιά ελλήνων αντρών, που θα μας υπερασπιστούν σε μια δύσκολη στιγμή. Μήπως να φύγω για Αυστραλία; Ο πόνος στην πλάτη ξαναγύρισε και το μπροστινό αυτοκίνητο κούνησε τις αραχνιασμένες ρόδες του.

«Είναι η παρέλαση!», ακούστηκε η αγριοφωνάρα του φορτηγοboy δίπλα μου! Πως μου διέφυγε! Ήταν 25η Μαρτίου. Τι μέρα βρήκα ο άνθρωπος να κάνω τη μετακόμιση; Πόσο ακόμα θα ανεχόμουν την Άντζελα, που είχα ακούσει τα άπαντα, και τη μπόχα του φο τσιγάρου; Και το χειρότερο… περάσαμε μπροστά από την παρέλαση! Το 6ο Δημοτικό Αμφιάλης και από πίσω το «Μετακομίσεις με την άνεσή σας…». Δεν ήξερα αν έπρεπε να στρίψω το κεφάλι, όταν θα περνάγαμε μπροστά από τους επίσημους! Σκέφτηκα να ρίξω μια βασιλική πενταδάκτυλη, αλλά σεβάστηκα τον άγνωστο στρατιώτη, που του είχαν γυρισμένη την πλάτη τους. Έκλεισα τα μάτια και ονειρεύτηκα την ιδανική παρέλαση 2012. Κλασικά, μπροστά ήταν η φιλαρμονική με τους άντρες ντυμένους με χαμηλοκάβαλο, ξώκοιλο μπλουζάκι, βγαλμένο φρύδι, τονισμένα βλέφαρα και την σβάστικα σε τατού στο δεξί μπράτσο. Από πίσω το 6ο Δημοτικό Αμφιάλης. Από πίσω ο σύλλογος φορτηγατζήδων να τραγουδούν σουξεδάκια της  Άντζελας. Πάρα πίσω οι αγανακτισμένοι να καίνε τα σουτιέν τους. Ακολουθούσαν τα σαράντα παλικάρια του City Gym με στρινγκ και περπάτημα πασαρέλας. Τέλος παραταγμένα δέκα φορτηγά «Μετακομίσεις με την άνεσή σας…». Όλοι αυτοί περνούσαν μπροστά από τους επίσημους, οι οποίοι είχαν πλατωνικό έρωτα με τον άγνωστο στρατιώτη. Πλάτη με πλάτη. Αδιαφορία με αδιαφορία. Πόσο όνειρο ή πραγματικότητα ήταν τα όσα είδα, δεν ξέρω. Θα σας γελάσω και δεν το θέλω. Αφήστε που με έχει πεθάνει η πλάτη μου…

Νεκτάριος Μπουτεράκος

About these ads