Ένας ζωγραφισμένος… έρωτας

Για μια ακόμα φορά η κουρτίνα τραβήχτηκε και το ζεστό φως του ηλίου μπήκε στο δωμάτιο, φωτίζοντας με θέρμη και αισιοδοξία τα αντικείμενα του χώρου, κάνοντας λιγότερο ασφυκτική την κλεισούρα που ζούσα μέσα μου, πάνω μου, παντού.

Μια ακτίνα φωτός με ακούμπησε και ένιωσα ένα ρίγος, σαν με διαπερνούσε πύρινη λόγχη, χωρίς όμως να νιώθω πόνο, μόνο ένα κάψιμο. Και τότε την είδα, λαμπερή και μυρωδάτη να περνάει από μπροστά μου, χωρίς να μου δίνει καμία σημασία. Πέρασε μέσα από τις ακτίνες του ηλίου και η δροσιά της σκιά της με χάιδεψε και ένιωσα μια ανακούφιση κι έναν ηλεκτρισμό συνάμα. Το χρυσό φως έπεσε στα ξανθά μαλλιά της κι ο χώρος έγινε ξάφνου χρυσοκίτρινος κι αυτή σαν Παναγιά σε όραμα, που λούζεται από σύννεφο αγνό. Έτσι την έβλεπα στα μάτια μου. Την αγαπούσα και συνέχισα να την αγαπώ κι ας της πρόσφερα τόσο πόνο και λύπη άθελά μου.

Άνοιξε το παράθυρο κι ένας μυρωδάτος, ανοιξιάτικος αέρας εισέβαλε απρόσκλητος στο δωμάτιο, σαν ένα αναπάντεχο, πειραχτικό φύσημα εραστή στο δέρμα της αγαπητικιάς του. Μοσχοβολούσε άνοιξη έξω με τα λουλούδια να αμολούν το ενδόμυχο άρωμά τους, σαν μυστικό καλά κρατημένο, που τόσο καιρό ήθελαν να μοιραστούν με τον κόσμο και τον Θεό. Πέρασαν από το μυαλό μου τα άπειρα μπουκέτα με πολύχρωμα άνθη, σαν ζωγραφιές πίνακα κρεμασμένου σε τοίχο, που είχα προσφέρει κι εγώ στην δική μου την αγάπη, στον δικό μου τον Θεό, που τώρα δεν μπορούσα να αγγίξω, να γευτώ, να ερωτευτώ από την αρχή.

Το κελάηδημα ενός πτηνού, σπουργίτι ήταν θαρρώ, μου πήρε μακριά την πίκρα και με επανέφερε στην ομορφιά της τελειότητας της φύσης, που απλωνόταν μπροστά μου, έξω από το παραθύρι. Άρχισε να κάνει δουλειές. Να φροντίζει και να αγγίζει κάθε αντικείμενο του δωματίου με αγάπη. Ζήλεψα. Είχα καιρό να νιώσω αυτό το συναίσθημα. Δεν άργησε να έρθει και σε μένα. Ποτέ δεν με ξεχνάει κι ας της ξερίζωσα τόσο βίαια την καρδιά. Με τα ακροδάχτυλά της με άγγιξε, μου χάιδεψε το πρόσωπο και διέκρινα ένα δάκρυ να τρέχει από τα καταπράσινα μάτια της, που έμοιαζε με στάλα φθινοπωρινής βροχής να κατρακυλάει από βαθυπράσινο φύλλο και να χάνεται σ’ενα στροβιλισμό συναισθημάτων. Πόσο θα ήθελα να φιλήσω αυτό το δάκρυ, να το κρατήσω σαν θησαυρό μέσα στην χούφτα μου και να το φυλάξω συντροφιά μου στην απεραντοσύνη του κόσμου αυτού. Με ένα πανί, που κρατούσε στα χέρια της, πέρασε το πρόσωπο μου κι ένας χείμαρρος γλυκόξινων αναμνήσεων με κατέκλυσε. Μεταφέρθηκα μέσα από την δίνη του χρόνου στο κρεββάτι του πόνου με τον ιδρώτα του πυρετού να στάζει στα βλέφαρά μου και αυτό το αλαβάστρινο χέρι, γεμάτο φροντίδα και αγάπη, να τον σκουπίζει και να μου ψιθυρίζει λόγια αγάπης και συμπόνιας.

Να πως περνάει ο χρόνος με αναμνήσεις που σου ανακουφίζουν κάθε πόνο και μοναξιά. Ήρθε κιόλας μεσημέρι. Λαχταριστές μυρωδιές γαργάλισαν την μύτη μου. Μυρωδιές από αγαπημένες γεύσεις που δεν φεύγουν εύκολα από το μυαλό. Μυρωδιές και μουσικές, από αυτές που συνδυάζεις με πρόσωπα και καταστάσεις, που σου σημαδεύουν το είναι σου και καταγράφονται στο DNA σου, σαν αποτυπώματα άγνωστων υπάρξεων σε λίθους, τους οποίους επεξεργάζονται με ζήλο και περιέργεια οι επιστήμονες. Έτσι θα κοπιάζουν και οι ερευνητές του μέλλοντος για να αποσπάσουν τέτοια συναισθήματα από το δικό μου DNA, ώστε να βρουν τον έρωτα και τις ιδέες, που κυρίεψαν τον homo sapiens  της δικής μου εποχής.

Η φύση έξω άρχισε να παίρνει ένα γλυκό πορτοκαλί χρώμα, σημάδι ότι το απόγευμα ανέβηκε στον θρόνο του. Το διακρίνω από την διάφανη λευκή κουρτίνα μπροστά από το αγαπημένο μου παραθύρι. Ο ήχος του κουδουνιού σπάει την μονοτονία του χώρου κι ο ανεκπλήρωτος έρωτάς μου εισβάλει χαρούμενος στο δωμάτιο για να ανοίξει την εξώπορτα. Αυτή η μυρωδιά, που τώρα μου ξυπνάει τον πόθο ανήκει σε ένα άρωμα, δώρο στο μοναδικό πλάσμα που ποτέ αγάπησα, για την τέταρτη επέτειό μας. Κάθε φορά που το ακουμπούσε στο απαλό δέρμα της, η πλάση άνοιγε διάπλατα την πόρτα της σε όλα τα συναισθήματα που είναι κατεγραμμένα από το ανθρώπινο μυαλό και μου τα χάριζε απλόχερα. Έτσι διάπλατα άνοιξε και η εξώπορτα του σπιτιού και μπήκε μέσα ένα φιλικό μας ζευγάρι. Γέλια και πειράγματα άρχισαν να χορεύουν στο δωμάτιο κι εγώ κυριευμένος από ζήλεια γιατί δεν μπορώ να συμμετέχω. Κάποιες στιγμές έπεφταν βλέμματα φευγάτα πάνω μου, βλέμματα που μόνο ίχνη λύπης και μελαγχολίας μπορεί να διακρίνει κανείς. Άραγε να ετοιμάζουν πάλι κάποια από αυτές τις αξέχαστες εκδρομές που κάναμε όλοι παρέα; Η φύση του ανθρώπου απαιτεί την συντροφία, την ξεγνιασιά και το να μπορείς να μοιράζεσαι απόψεις, σκέψεις και ιδέες με άλλους ανθρώπους. Και μακάριοι όσοι το έχουν ζήσει στο έπακρο αυτό. Η μοναξιά είναι κακός συνοδοιπόρος κι εγώ το βιώνω έντονα.

Χάθηκαν  τα γέλια και οι χαρές από μπροστά μου και τώρα το σκηνικό πάλι αλλάζει. Δεν μπορώ πλέον να διακρίνω κάποιο φυσικό χρωματισμό έξω στην φύση, πέρα από το σκοτάδι και κάποιες αμυδρές λάμψεις από πηγές ηλεκτρισμού. Χαμηλό φως από κεριά επικρατεί και μέσα στο δωμάτιο και ένα αρωματικό στικ που σιγοκαίει δίπλα μου, σαν κάφτρα από ατελείωτο τσιγάρο με αιθέριο καπνό. Και να, πάλι μπροστά μου, ένας κλαμένος άγγελος να με χαϊδεύει για μια ακόμα φορά με τα ακροδάχτυλά του. Τα φτερά του όμως είναι μαζεμένα και κλειστά και η μελαγχολία, που ζωγραφίζεται στο πρόσωπό του, ταιριάζει απόλυτα με το ζοφερό σκότος που επικρατεί έξω.

Ο άγγελος μου αυτός, ο έρωτάς μου, είναι μπροστά μου κι εγώ ασάλευτος, παγιδευμένος στον χρόνο και τον χώρο, να μην μπορώ να τον πιάσω στην αγκαλιά μου, να αφουγκραστώ τον χτύπο της καρδιάς του, να μοιραστώ την αγάπη μου μαζί του, να του ζητήσω συγγνώμη για την απουσία μου. Εγώ απλά είμαι κρεμασμένος από ένα καρφί σε ένα ντουβάρι, περιτριγυρισμένος από μια ξύλινη κορνίζα, η μόνη μου συντροφιά πλέον, να ζω μια ζωή που απλά δεν μπορώ να ζήσω…

Νεκτάριος Μπουτεράκος