Μ’ αρέσει να γράφω

 

Αν την σκέψη μου αυτή την έγραφα πριν πολλά χρόνια, θα χρησιμοποιούσα κάποιον σκαλιστό κονδυλοφόρο, σαν αυτούς που βλέπουμε σε ταινίες εποχής. Πριν λίγα μόνο χρόνια θα χρειαζόμουν ένα καλοξυσμένο μολύβι ή έναν απλό στυλό. Σήμερα χρησιμοποιώ τα δάχτυλά μου, χαϊδεύοντας τα πλήκτρα ενος φορητού υπολογιστή. Σημάδι του καιρού μας, της τρέχουσας τεχνολογίας. Με αυτήν την τεχνολογία ξεκίνησα κι εγώ το παραμυθένιο ταξίδι μου στον κόσμο της δημιουργικής γραφής, της συγγραφής.

Ναι, για μένα είναι ένας παραμυθένιος κόσμος, γεμάτος ξωτικά, νεράιδες, δράκους, μάγισσες αλλά και απλούς, καθημερινούς ανθρώπους, που ζουν τον έρωτά τους, το δράμα τους, τα ευτράπελα που μπορεί να έχει η ζωή τους.

Όταν κάθισα λοιπόν μπροστά σε μια οθόνη, που με κοιτούσε λαίμαργα, κι ένα πληκτρολόγιο, που αδημονούσε να ασχοληθώ μαζί του, ένιωσα αβοήθητος. Σαν την πρώτη φορά που γεύτηκα τον έρωτα. Δεν ήξερα τι να κάνω και πως. Υπάρχει όμως ένα αλάθητο, έμφυτο βοήθημα, ένας μόνιμος συνοδοιπόρος στο ταξίδι της ζωής μας, που ονομάζεται ένστικτο. Πήρε τα ηνία και με μια μικροεντολή του εγκεφάλου, πάτησα το πρώτο πλήκτρο. Και μετά ήρθε ο χείμαρος των γραμμάτων, των λέξεων, των προτάσεων, των σελίδων που δεν προλάβαινα να κοιτάω να φεύγουν. Μύριες εικόνες, μεστά συναισθήματα, πρώιμες ιδέες και πολλές τέτοιες καταστάσεις, στολισμένες με τα απαγορευμένα επίθετα, άρχισαν να επισκέφτονται το παρθένο, από δημιουργική γραφή, μυαλό μου.

Όταν ήμουν μικρό παιδί μου άρεσε να πλάθω δικούς μου κόσμους. Αυτό με έκανε λίγο αντικοινωνικό και φαντασιόπληκτο, αλλά πιστέψτε με, ένιωθα το είναι μου καθάριο και αγνό μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Χωρίς προβληματισμούς, που δημιουργούν άγχος και πίεση. Έκλεινα απλά τα μάτια μου και ζούσα σε μια ουτοπία, η οποία όμως προερχόταν από την καθαρότητα της καρδιάς μου. Ήμουν ο πρωταγωνιστής στην δική μου ταινία, ήμουν και ο πρίγκιπας και ο δράκος και το θύμα αλλά και ο θύτης. Αποτέλεσμα αυτού, μια πολύ ζωηρή φαντασία.

Αυτή η φαντασία, λοιπόν, άρχισε να περνάει από τον οργανισμό μου, στα πλήκτρα του υπολογιστή. Βρήκα επιτέλους έναν τρόπο να την διοχετεύω κάπου και να μην την καταπνίγω σε σκόρπια φακελάκια του μυαλού μου. Τώρα πλέον βρίσκεται σε τακτοποιημένα φακελάκια στον σκληρό δίσκο.

Κάθε φορά που ξεκινάω να αποτυπώσω τις ιδέες μου στο ηλεκτρονικό χαρτί, με πιάνει πανικός. Τι να γράψω, πως να το γράψω, η σύνταξή μου θα είναι καλή; Και μια ακόμα πιο δύσκολη ερώτηση. Θα αρέσει στον ιδανικό μου αναγνώστη; Και ποιός απ’ όλους τους γνωστούς και φίλους μου, θα είναι αυτός; Όντως η τελευταία είναι μια πολύ δύσκολη ερώτηση, που συχνά κάνω πλέον στον εαυτόν μου. Αναρωτιέμαι αν αυτός που θα πάρει στα χέρια του την εύθραυστη φαντασία μου, θα την σεβαστεί και θα της φερθεί κόσμια. Όχι, δεν θέλω να μου χαϊδεύουν τα αυτιά, ούτε να μου μιλάνε με καλόλογα για να μην με προσβάλουν ή στεναχωρήσουν. Θέλω ο ιδανικός αναγνώστης μου να με βάλει στον τοίχο και να με πυροβολήσει με όπλο την αντικειμενικότητά του. Από την άλλη μεριά βέβαια, σε μια τέτοια περίπτωση δεν υπάρχει απόλυτη αντικειμενικότητα. Η άποψη του κάθενος είναι σεβαστή, αλλά υποκειμενική. Όμως παραμένει ένα στοιχείο που σε ωθεί σε σκέψη. Και η σκέψη στον προβληματισμό και την ανίχνευση. Καταλήγει στην επίπονη προσπάθεια και την ωριμότητα. Συνεπώς, κάθε γνώμη είναι δεκτή, είτε καλή, είτε κακή, γιατί σε κάνει να χρησιμοποιείς με τον καλύτερο τρόπο τα εγκεφαλικά σου κύτταρα. Αρκεί να μην ξεπερνάει τα όρια του σεβασμού.

Το πλεονέκτημα ενός ανθρώπου, που προσπαθεί να αποτυπώσει τις σκέψεις του σε ένα χαρτί, είναι η εκτόνωση. Η ψυχική εκτόνωση. Η χαρά και η λύπη, ο θυμός και η υπερένταση, ο πόνος και ο έρωτας εισχωρούν επιδέξια στο χαρτί και μπορούν να συγκλονίσουν ακόμα και τον ίδιο με την ένταση και την μεταμόρφωσή τους. Το έχω βιώσει πολλές φορές. Και μετά επέρχεται η ηρεμία, η ικανοποιήση, η προαναφερθείσα εκτόνωση. Αυτό είναι και η τροφή ενός συγγραφέα. Να συγκινείται από το δημιούργημά του. Κι αν αυτό που έχει γράψει καταφέρει να τον συγκινήσει πραγματικά, τότε είναι επιτυχημένο.

Αν κάποιος μου στερούσε την ευχαρίστηση της γραφής, νομίζω πως θα γινόμουν ένας δυστυχισμένος άνθρωπος. Δεν θα είχαν πλέον διέξοδο οι ονειρόκοσμοί μου, θα φυλακίζονταν στο σαρκίο μου και στο σκληρό περίβλημα του εγκεφάλου μου. Είμαι σίγουρος πως το μυαλό μου θα γινόταν ένα παιδικό μπαλόνι, που όλο θα φούσκωνε και κάποια στιγμή θα έσκαγε. Αυτή είναι η αλήθεια μου. Αυτό είναι πλέον το μεράκι μου. Κι αυτή είναι η αγαπημένη μου φράση: Μ’  αρέσει να γράφω!

Νεκτάριος Μπουτεράκος