Το χαμόγελο

Έχετε αναρωτηθεί ποτέ, αν η φράση κλισέ που συχνά ακούμε, «Πρέπει να αντιμετωπίζεις την ζωή σου με χαμόγελο..», έχει ανταπόκριση στις δύσκολες στιγμές της ζωής μας; Θα σας διηγηθώ την ιστορία μου, λοιπόν, και από το αποτέλεσμα μάλλον θα χρειαστεί να κρίνετε μόνοι σας…

Γεννήθηκα σε μια επαρχιακή πόλη της Ελλάδας, κάπου βόρεια. Μεγάλωσα από μια μάνα δυνατή. Σκληρή γυναίκα, έλεγαν στην περιοχή μου. Στάθηκε και σε μένα και στην μεγαλύτερή μου αδελφή και μάνα και πατέρας. Θα αναρωτιέστε τώρα γιατί στάθηκε δίπλα μου και ως πατρικό πρότυπο! Ο πατέρας μου, από ότι έμαθα μεγαλώνοντας, ήταν ένα ρεμάλι, ένας μέθυσος. Διπρόσωπο τον αποκαλούσαν οι γείτονες. Η μάνα μου, μου διηγήθηκε ιστορίες φρίκης γι’ αυτόν. Την κακομεταχειριζόταν, την κακοποιούσε. Τάμα στην Παναγία έκανε να μην ξαναεμφανιστεί στο κατώφλι του σπιτιού μας, από τότε που μας εγκατέλειψε, όταν γεννήθηκα. Ούτε φωτογραφία του δεν άφησε στο σπίτι. Βέβαια εγώ δεν είχα την τύχη – ατυχία – να τον γνωρίσω ποτέ. Η πατρική παρουσία μου έλειψε, όμως, από το σπίτι. Η αλήθεια είναι πως είχα ανάγκη έναν άντρα δίπλα μου να με καθοδηγεί, να με συμβουλεύει. Να μου μιλήσει για τον έρωτα και τις γυναίκες. Μια γυναίκα είναι δύσκολο να τα κάνει αυτά. Η ζωή μου, όμως, προχώρησε καλώς και χωρίς την παρουσία του!

Δουλεύω σε ένα εργοστάσιο ξυλείας. Δύσκολη δουλειά, αλλά προσοδοφόρα. Δεν έχω παράπονο, παρότι τα χέρια μου είναι γεμάτα κάλους από το τσεκούρι. Η αδελφή μου είναι συγγραφέας. Γράφει μυθιστορήματα φαντασίας και τρόμου. Όπλο της είναι το μολύβι. Εμένα το τσεκούρι. Προέκταση του χεριού μου.

Πέρσι το καλοκαίρι αποφασίσαμε με κάτι φιλαράκια να πάμε για κάμπινγκ. Πήρα με τις σκηνές μας, τα αυτοκίνητά μας, τα χαμόγελά μας και τραβήξαμε για παραλία. Στήσαμε το μικρό χωριό μας με τις τρεις σκηνές, σε ένα μικρό ξέφωτο, περιτριγυρισμένο από πεύκα. Δυο βήματα παρακάτω η θάλασσα. Αντροπαρέα το μικρό χωριό. Το μεσημέρι που ξυπνάγαμε τρώγαμε θάλασσα και το απόγευμα που διψάγαμε πίναμε θάλασσα. Το βραδάκι χορτάτοι, ανάβαμε φωτιά, παρόλη τη ζέστη, και καθόμασταν γύρω πλέκοντας ιστορίες. Τρόμου οι αγαπημένες μας. Το τι αιματοβαμμένες ιστορίες σκαρφιζόμασταν, δεν μπορώ να σας περιγράψω. Το μυαλό του ανθρώπου τρέχει και δημιουργεί τα ανήκουστα. Και που να ‘ξερα…

Στα μέσα της εβδομάδας των διακοπών μας, ενώθηκε με την παρέα μας ένας μεσήλικας. Ωραίος τύπος. Έξυπνος και κωλοπετσωμένος, όπως έλεγε και η συγχωρεμένη η γιαγιά μου. Ήταν γύρω στα πενήντα πέντε, κι αν υπολογίσεις πως εγώ ήμουν εικοσιπέντε, άνετα θα μπορούσε να είναι ο πατέρας μου. Πατέρας… Όσο τον κοίταζα τόσο σφιγγόταν το στομάχι μου από την στεναχώρια. Πίναμε το κρασί, μα το στόμα μου ήταν πικρό και νόμιζα πως έπινα φαρμάκι. Εκείνος ο άνθρωπος με είχε συνεπάρει. Είχε μια περίεργη λάμψη στα μάτια. Οικεία. Θα μπορούσα, υπό άλλες συνθήκες, να τον είχα ερωτευτεί. Μιλούσε κι εγώ κρεμόμουν από το στόμα του. Η συμπάθεια ήταν αμοιβαία.

Έμεινε μαζί μας μέχρι την μέρα που θα φεύγαμε. Έγινε το επίκεντρο της παρέας με τις ιστορίες του και το χιούμορ του. Ιδίως όταν έπινε – κι έπινε αρκετά – κανείς δεν τον έφτανε. Του πρότεινα, λοιπόν, να τον φιλοξενήσω στο σπίτι μου. Η μάνα μου σίγουρα δεν θα είχε πρόβλημα, γιατί πάντα έφερνα φίλους και φίλες στο φτωχικό μας. Δέχτηκε με ευχαρίστηση. Τα μάτια του, μάλιστα, έλαμψαν από χαρά. Και τα δικά μου, όμοια με τα δικά του…

Αργά το απογευματάκι ήμασταν μπροστά στο κατώφλι του σπιτιού μου. Ο καινούργιος μου φίλος χαμογέλασε μόλις το είδε. «Έτσι ήταν κάποτε και το δικό μου το σπιτικό», μου εκμυστηρεύτηκε. Χαμογέλασα κι εγώ. Μπήκαμε μέσα, αλλά η μάνα μου με την αδελφή μου έλειπαν. Μου ζήτησε να πιεί. Του πρόσφερα ένα ποτήρι ουίσκι, αλλά αυτός προτίμησε το μπουκάλι. Η ώρα πέρασε ευχάριστα. Ο ουρανός άδειαζε από το φως, όπως και το μπουκάλι από το σκούρο υγρό. Κάποια στιγμή σηκώθηκε και αγνάντεψε από το παράθυρο. «Πάω μια βόλτα στα δέντρα να αδειάσω την φούσκα μου», μου είπε κι εγώ χασκογέλασα. Άνθρωπος της φύσης, σκέφτηκα, αγνός!

Όση ώρα έλειπε, έφτασε η μάνα μου με την αδελφή μου. Τις ενημέρωσα για τον μουσαφίρη μας. Η μάνα μου, φημισμένη για τη φιλοξενία της, ξεκίνησε να ετοιμάζει φαγητό. Η πόρτα άνοιξε κι εμφανίστηκε ο φίλος μου. Το βλέμμα του είχε αλλάξει. Τα χαρακτηριστικά του είχαν πετρώσει. Έκλεισε την πόρτα με δύναμη και την σφάλισε με το κλειδί. Η μάνα μου ούρλιαξε, όταν τον αντίκρισε. Η αδελφή μου, κάτι θα κατάλαβε, κι έβαλε τα κλάματα, φωνάζοντας κι αυτή. Εγώ είχα παγώσει. Περπατούσε προς το μέρος μας αργά, με το πρόσωπό του να στάζει μίσος. Η αδελφή μου έτρεξε προς την πόρτα, αλλά με ένα μόνο χτύπημα της παλάμης του, την έριξε αναίσθητη στο πάτωμα. Νόμιζα πως παρακολουθώ ταινία. Τα είχα χάσει. Πήγα να αμυνθώ, αλλά ένιωσα την σόλα του παπουτσιού του στα χείλη. Όλα μαύρισαν…

Άνοιξα τα μάτια κι ένιωσα έναν απίστευτο πόνο στο κεφάλι. Όλα ήταν θολά. Το μόνο που κατάλαβα για αρχή ήταν πως ήμουν σε μια καρέκλα, με τα πόδια και τα χέρια δεμένα. Έσφιξα τα βλέφαρά μου στις κόγχες των ματιών μου για να συνέλθω. Όλα άρχισαν να παίρνουν μορφή. Είχε βραδιάσει για τα καλά. Τα φώτα ήταν σβηστά. Μόνο οι λάμπες πετρελαίου έκαιγαν, δίνοντας στον χώρο μια απόκοσμη μορφή. Έστριψα το κεφάλι μου δεξιά κι αριστερά. Το βλέμμα μου πάγωσε στο τραπέζι της κουζίνας. Ήθελα να φωνάξω, να ουρλιάξω, αλλά η φωνή είχε σταθεί σαν κόμπος στον λαιμό μου. Δύο κεφάλια, ξεριζωμένα από τον κορμό τους, έστεκαν σαν τρόπαια πάνω στο τραπέζι. Από τα μάτια φαινόταν μόνο το λευκό και το στόμα είχε στραβώσει. Το δέρμα ωχρό, κέρινο. Αίμα ποτάμι κυλούσε πάνω στο ξύλινο πάτωμα. Δεξιά του τραπεζιού βρισκόταν τα σώματά τους. Ξεκοιλιασμένα κι αυτά, με τα έντερα να κρέμονται από τις ξεσκισμένες σάρκες τους. Μια ξινίλα μου ανέβηκε στο στόμα και άδειασα το στομάχι μου στο πλάι. Και τότε άκουσα το γέλιο του. Αρρωστημένο. Ήρθε μπροστά μου και με κοίταξε. Ούτε το βλέμμα του δεν άντεχα. Το μόνο που μου βγήκε από το στόμα ήταν ένα άψυχο «Γιατί;». Η απάντηση ήταν σαν μαχαιριά στο κέντρο της καρδιάς. Ήταν ο πατέρας μου…

Με πλησίασε. Τα χέρια του ήταν άλικα από το αίμα το συγγενικό. Τα μάτια του πυρακτωμένα από το μεθύσι και το μίσος. Ένιωσα το δυνατό του χέρι στο μάγουλό μου να με ξεσκίζει. Πήρε το μαχαίρι από το πάτωμα. Έσταζε αίματα. Έκλεισα τα μάτια, περιμένοντας το τέλος μου. Δεν ήρθε. Θα το προτιμούσα! Μου στέρησε κάτι άλλο. Πιο σημαντικό για μένα. Έκοψε το σκοινί από τα πόδια μου. Άρχισα να κλωτσάω. Αντέδρασε με μια μπουνιά. Ζαλίστηκα. Σαν εφιάλτη θυμάμαι την συνέχεια. Το παντελόνι μου να κατεβαίνει με ορμή. Το εσώρουχό μου να σκίζεται με λύσσα. Ο αντρισμός μου να χάνεται σε μια στιγμή, από έναν άντρα που είχε το χρίσμα του ανθρώπου, το όνομα του πατέρα μου. Όλα έσβησαν…

Δεν ξέρω πόση ώρα είχα μείνει εκεί. Όταν άνοιξα τα μάτια άκουσα το ροχαλητό του. Ήμουν πεσμένος στο πάτωμα με τα χέρια μόνο δεμένα στην πλάτη της καρέκλας. Κοίταξα στον τοίχο πίσω μου. Ο λυτρωτής μου ήταν εκεί. Με περίμενε. Σύρθηκα όσο πιο αθόρυβα μπορούσα και έφτασα στο τσεκούρι μου. Κύλισα το σώμα μου και τα χέρια μου βρέθηκαν στην κόψη του μετάλλου. Τα έτριψα εκεί και το σκοινί κόπηκε. Σηκώθηκα όρθιος και, τρεκλίζοντας από την ζαλάδα, έπιασα στο χέρι μου το όπλο μου. Τον πλησίασα. Ήθελα να με δει πριν φύγει από τον μάταιο ετούτο κόσμο που τον ξέρασε. Τον κλώτσησα με δύναμή. Είμαι πλέον σίγουρος πως το τελευταίο που αντίκρισαν τα μάτια του ήταν το χαμόγελό μου!

Από τον διαγωνισμό του http://community.sff.gr/

Νεκτάριος Μπουτεράκος