Τυφλή πορεία προς το άγνωστο

 

Με μεγάλη δυσκολία άνοιξε τα μάτια του. Μάλλον οι καταχρήσεις που έκανε το προηγούμενο βράδι ήταν μεγάλες. Δεν θυμόταν καν πως ήρθε στο σπίτι του. Αυτός θα είναι και ο λόγος που κοιμόταν στον καναπέ και όχι στο κρεβάτι. Έριξε μια ματιά στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας και είδε ότι ήταν κλειστή. Ευτυχώς δεν τους είχε ανησυχήσει. Είχε καιρό να βγει με την αντροπαρέα του έξω για ποτά. Μετά τον γάμο του με την Αλίκη και την γέννηση του Ιάσωνα, η ζωή του ήταν καθαρά οικογενειακή. Όχι πως είχε παράπονο, αλλά το χθεσινοβραδινό το είχε ανάγκη. Το κεφάλι του γύριζε και δεν είχε καμία διάθεση να σηκωθεί ακόμα. Κυριακή ήταν, οπότε δεν υπήρχε και λόγος. Χώθηκε πιο βαθιά στον καναπέ και μάζεψε τα πόδια στο στήθος. Όπως ακριβώς έκανε όταν ήταν παιδί. Η στάση αυτή του προκαλούσε ηρεμία. Έριξε το βλέμμα στο παράθυρο του σαλονιού, το οποίο φωτιζόταν από έναν ζεστό ήλιο. Το φως που έμπαινε στο δωμάτιο, μέσα από τις λευκές, διάφανες κουρτίνες,  του φάνηκε κάπως απόκοσμο. Σαν να λαμπύριζαν χιλιάδες μικρά αστράκια, σαν την νεραϊδόσκονη από τα παραμύθια, που διάβαζε στον δίχρονο γιο του.

Άνοιξε η πόρτα και βγήκε εκείνη. Τεντώθηκε και χασμουρήθηκε μπροστά στην είσοδο. Ήταν γλυκιά σαν άγγελος. Την διαδρομή, στους χώρους του σπιτιού, την είχε μάθει καλά. Η Αλίκη ήταν τυφλή, εκ γενετής. Δεν είχε ποτέ δει χρώματα και σχήματα. Ο κόσμος, στο δικό της μυαλό, ήταν εντελώς διαφορετικός. Οι υπόλοιπες αισθήσεις της όμως ήταν κατά πολύ αυξημένες. Χαμογέλασε κι έβαλε τα χέρια της στη λεπτή της μέση.

          Μάλλον καλοπέρασες χτες βράδι μακρία μου ε;

          Καλά ήταν…

          Ορφέα, γιατί μιλάς τόσο σιγά; Σε ακούω λες και βρίσκεσαι στο βάθος μια σπηλιάς.

          Δεν καταλαβαίνω τι λες; Κανονικά μιλάω μικρή μου.

          Τότε ή εσύ είσαι βραχνιασμένος και δεν το έχεις καταλάβει ή εγω αρχίζω και χάνω και την ακοή μου.

          Μμμμ. Τότε μόνο θα αισθάνεσαι. Τα χάδια μου και τα φιλιά μου, τίποτα άλλο. Δεν ακούγεται άσχημο.

          Τι εγωιστής Θεέ μου! Τέλοσπάντων, επειδή δεν σε ακούω σχεδόν καθόλου, συνέχισε τον ύπνο σου κι εγώ θα κάνω τις δουλειές μου.

Όσο συγύριζε το σπίτι ο Ορφέας την χάζευε. Κάθε φορά που περνούσε μπροστά από το παράθυρο, το φως του ηλίου διαπερνούσε με τις ακτίνες του τα ξανθοκόκκινα μαλλιά της και φαινόταν στα μάτια του σαν οπτασία. Ένιωθε πολύ τυχερός που την είχε γνωρίσει. Δεν τον ενδιέφεραι καθόλου η αναπηρία της. Γι’ αυτόν δεν υπήρχε καν. Όταν γεννήθηκε ο Ιάσωνας φοβήθηκαν μήπως και έχει κληρονομήσει την τύφλωση της μητέρας του, αλλά ευτυχώς το μωρό ήταν υγιέστατο.

Η ζαλάδα και η αδυναμία που ένιωθε συνεχιζόταν και δεν είχε διάθεση να σηκωθεί από τον καναπέ. Κάθε φορά που έκλεινε τα μάτια του έβλεπε χιλιάδες φώτα να τρέχουν δεξιά και αριστερά και μετά μια εκτυφλωτική αστραπή μπροστά του, κι ένας δυνατός θόρυβος. Άνοιγε απότομα τα μάτια του για να συνέλθει. Μα τι είχε πιεί χτες που τον πείραξε τόσο πολύ; Γυρνώντας πλευρό στον καναπέ είδε τις φωτογραφίες τους στο τραπεζάκι απέναντι. Η γαμήλια φωτογραφία τους δεξιά, μια φωτογραφία του Ιάσωνα στο κέντρο και μια οικογενειακή με τους τρεις τους αριστερά. Αυτό ονειρευόταν από μικρός. Μια αγαπημένη οικογένεια, χωρίς προβλήματα και εντάσεις. Κάτι που δεν είχε ζήσει στα παιδικά του χρόνια. Το οικογενειακό του περιβάλλον ήταν άκρως προβληματικό. Καθημερινοί οι τσακωμοί μεταξύ των γονιών τους. Χειροδικίες, φωνές, κλάμματα. Όλα αυτά τα είχε ζήσει και δεν ήθελε να επαναληφθούν στην δική του οικογένεια. Τα πράγματα ηρέμισαν κάπως στο σπίτι τους, όταν πέθανε η μάνα του από ανεύρυσμα. Ο πατέρας του έπεσε σε κατάθλιψη και το έριξε στο ποτό. Σχεδόν δεν τον έβλεπε στο σπίτι τους. Ξημεροβραδιαζόταν σε καφενεία και φιλικά σπίτια μπεκρουλιάζοντας. Η δική του οικογένεια ήταν το βάλσαμο στις παιδικές πληγές που κουβαλούσε.

Για λίγο ξαναέκλεισε τα μάτια του. Τα μισοάνοιξε, όταν άρχισε το σπίτι να μυρίζει από το φαγητό που ετοίμαζε η Αλίκη. Ήταν απίστευτη μαγείρισσα. Μέσα από την σχισμή των ματιών του και την θολούρα που δημιουργούσαν οι βλεφαρίδες του, είδε στην πολυθρόνα την μάνα του να τον κοιτάζει και να χαμογελάει. Πετάχτηκε απότομα, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια. Η πολυθρόνα ήταν άδεια. Ξαναξάπλωσε και αναρωτήθηκε μήπως, πέρα από το ποτό, είχε πάρει και τίποτα άλλο που δεν θυμόταν. Ίσως να τον είχαν εκδικηθεί οι φίλοι του, που τόσο καιρό τους είχε εγκαταλήψει για το όνειρό του. Την λατρεμένη οικογένειά του.

Η Αλίκη φάνηκε από την κουζίνα με το μπαστούνι της και την τσάντα της. Του είπε πως θα πήγαινε μέχρι το παντοπωλείο στην παρακάτω γωνία του δρόμου, για να πάρει κάτι που της έλειπε, για το γκουρμέ που ετοίμαζε. Δεν υπήρχε περίπτωση να του ζητήσει να πάει ο ίδιος. Ήταν πολύ περήφανη. Δεν ήθελε να νιώθει άχρηστη, ούτε βάρος για τον άλλον. Είχε ανάγκη να κάνει τα πάντα μόνη της, σαν ένας φυσιολογικός άνθρωπος. Αυτό είχε αγαπήσει ο Ορφέας στην Αλίκη, το θάρρος της και την δίψα της για ζωή. Και εννοείται πως δεν της στερούσε την ευχαρίστηση να λειτουργεί αυτόνομα. Τουλάχιστον, όσο μπορούσε.

Έτριξε η πόρτα από το δωμάτιο του Ιάσωνα. Ξύπνησε και ο μικρός. Τρίβοντας τα μάτια και με το μαλλί ανακατεμένο, έτρεξε με δυσκολία προς τον καναπέ, που ήταν ο μπαμπάς του. Έναν μήνα είχε μόνο που περπατούσε. Είχε πολύ πλάκα, όταν, από την χαρά του να τρέξει, σωριαζόταν στο πάτωμα. Έπαιρνε μια αστεία γκριμάτσα στο πρόσωπό του και μετά ξεκαρδιζόταν στα γέλια. Το ίδιο έπαθε και τότε. Έπεσε ακριβώς μπροστά του και τον κοίταγε γελώντας. Άπλωσε το δαχτυλάκι του και τον έδειχνε. Είχε μια έκφραση έκπληξης στο πρόσωπο, λες και τον έβλεπε για πρώτη φορά. Δεν μιλούσε καθαρά ακόμα. Ήταν λίγο τεμπελάκος στην ομιλία του. Άρχισε να λέει «ος», «ος», αλλά ο Ορφέας δεν μπορούσε να τον καταλάβει. Μετά άρχισε να χτυπάει παλαμάκια και να τον φυσάει. Τον έπιασαν τα γέλια με τις αντιδράσεις του γιού του. Γελάγαν και οι δύο σαν μωρά, ευτυχισμένα μωρά.

Ακούστηκε το κλειδί στην εξώπορτα. Η Αλίκη είχε επιστρέψει. Μπήκε μέσα χαμογελαστή με μια σακουλίτσα ψώνια στο χέρι. Πριν κλείσει την πόρτα εισέβαλε στο σπίτι κι ένας νεαρός μασκοφορεμένος, με ένα όπλο στο χέρι. Ο Ιάσωνας που τον είδε φώναξε «μπαμ». Η Αλίκη αντιλήφθηκε ότι κάποιος πέρασε δίπλα της και με το μπαστούνι της προσπάθησε να τον αγγίξει. Με ένα πήδημα ο νεαρός βρέθηκε πίσω της και έκλεισε με δύναμη την πόρτα. Όλα αυτά έγιναν σε κλάσματα δευτερολέπτου. Ο Ορφέας δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Μάλλον δεν μπορούσε να αντιδράσει. Προσπάθησε να σηκωθεί για να βοηθήσει την γυναίκα του, αλλά ένιωθε απίστευτα βαρής. Ήταν αδύνατο να φύγει από τον καναπέ. Σαν να τον είχε ακινητοποιήσει κάποιος εκεί. Προσπάθησε να ουρλιάξει, να προειδοποιήσει την Αλίκη, αλλά φωνή δεν έβγαινε από μέσα του. Δεν μπορούσε να καταλάβει το τι συμβαίνει. Άρχισε να βλέπει τα πάντα γύρω του σαν κινηματογραφική ταινία, κι αυτός στον καναπέ, απλός θεατής. Η Αλίκη άρχισε να φωνάζει και ο μικρός να κλαίει από τον φόβο του. Ο μασκοφόρος νεαρός ούρλιαξε να σκάσει γιατί θα την σκοτώσει. Τότε η γυναίκα φώναξε το όνομα του άντρα της. Ο Ορφέας όμως ήταν παγωμένος στον καναπέ. Δεν μπορούσε ούτε δάκρια να βγάλει από τα μάτια του. Η Αλίκη συνέχιζε να φωνάζει και ο νεαρός την έσπρωξε και την έριξε στο πάτωμα. Έψαξε όλο το σπίτι και επέστρεψε στο σαλόνι. Της έδωσε μια κλωτσιά και της είπε πως το σπίτι είναι άδειο. Δεν υπήρχε κανείς άντρας εκεί μέσα. Ο Ιάσωνας τότε έδειξε τον καναπέ και είπε «μπαμπά». Ήταν η πρώτη φορά που έλεγε καθαρά την λέξη και η τελευταία του. Μια σφαίρα τρύπησε την αγνή του καρδούλα. Ο Ορφέας έμεινε αποσβωλομένος. Έβλεπε τον γιο του νεκρό κι αυτός δεν μπορούσε να κουνηθεί. Ο νεαρός ήρθε μπροστά από τον καναπέ. Δεν υπήρχε κανείς. «Μα είναι εκεί, δεν τον βλέπεις;» φώναξε η Αλική, πριν της καρφωθεί η επόμενη σφαίρα στο κεφάλι. Ο καναπές ήταν άδειος. Ο Ορφέας τότε είδε τα πάντα να διαλύονται μπροστά του, κι αυτόν να ανεβαίνει ψηλά. Κοιτώντας κάτω, είδε το δωμάτιο με δύο πτώματα περικυκλωμένα από λίμνη αίματος κι έναν  αλήτη να λεηλατεί το σπίτι τους. Μετά το σκηνικό άλλαξε. Έγινε νύχτα και είδε έναν δρόμο και μια μηχανή να τρέχει. Πάνω στην μηχανή ήταν ο ίδιος. Έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Είδε την μηχανή να προσκρούεται με ένα αυτοκίνητο και τον ίδιο να διαγράφει πορεία τόξου στον αέρα, μέχρι να σωριαστεί αιμόφυρτος και άψυχος στην άσφαλτο. Αυτά είχαν γίνει το προηγούμενο βράδι.

Όλα πήραν ένα γαλάζιο έντονο φως. Σύννεφα περνάγαν μπροστά του κι αυτός συνέχισε να πετάει. Αισθάνθηκε να πιάνει ένα χέρι το δικό του και κοίταξε δεξιά. Ήταν η Αλική, πανέμορφη, τυλιγμένη σε ένα φως εκτυφλωτικό, να του χαμογελάει. Το άλλο χέρι το έπιασε ένας μικρός άγγελος με το πρόσωπο του γιού του. Ανέβηκαν και οι τρεις σε ένα σύννεφο και πήραν την πορεία τους για το άγνωστο!

Νεκτάριος Μπουτεράκος