Υδάτινο όνειρο

 

«Ο άνθρωπος είναι ένα καλάμι, το πιο αδύναμο στη φύση, αλλά είναι ένα καλάμι που σκέφτεται. Δεν χρειάζεται δα και να ταρακουνηθεί το σύμπαν για να το συνθλίψει. Φτάνει μόνο λίγο ατμός, μια σταγόνα νερού για να θανατωθεί. Αλλά ακόμα κι αν το συνέθλιβε το σύμπαν, ο άνθρωπος θα ήταν ανώτερος από αυτό που το θανάτωσε, καθώς γνωρίζει ότι πεθαίνει και αναγνωρίζει την υπεροχή του σύμπαντος σε σχέση με αυτόν…»

Μπλέηζ Πασκάλ, Στοχασμοί, 1669

 

Το όνειρο μου και η επιθυμία μου είναι να γίνω ένα ξωτικό της θάλασσας. Να μπορώ να κολυμπάω, να κάνω τούμπες μέσα στο νερό, να παίζω με όλα πλάσματα του βυθού. Δυστυχώς, όμως, είμαι ένα απλό κοριτσάκι, δέκα ετών, που το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να διαβάζω και να ονειρεύομαι. Το όνομα μου είναι Νάμι και ζω στην Ιαπωνία.

                Το σπίτι μας είναι δίπλα στην θάλασσα. Αυτό είναι καλό. Ξυπνάω και κοιμάμαι με την μυρωδιά της. Ανοίγω και κλείνω τα μάτια μου με την εικόνα της. Ζω την ζωή της. Όταν πλέον έχω τελειώσει το διάβασμα και αφού έχω κουραστεί να ονειρεύομαι, κάνω βόλτα στην παραλία. Βγάζω τα παπούτσια μου και αφήνω το νερό να παίξει με τα πόδια μου. Το αφήνω  να με χαϊδεύει, να με αγγίζει, να γίνεται ένα με μένα. Και τότε μεταμορφώνομαι σε ξωτικό της θάλασσας. Γίνομαι ρεύμα θαλάσσιο και διασχίζω τα κύματα. Αναποδογυρίζω παιχνιδιάρικα τα ψάρια, ανακατεύω τα φύκια, γαργαλάω τα καβούρια και ξεκολάω τα χταπόδια από τα βράχια του βυθού. Μετά αλλάζω πάλι και γίνομαι μια μικρή δίνη, που τα στροβιλίζω όλα με το γέλιο μου. Τα πλασματάκια της θάλασσας διασκεδάζουν μαζί μου, με τα παιχνίδια μου και τις σκανταλιές μου. Ο παραμυθένιος κόσμος μου διαλύεται με μια φωνή. Την φωνή της μητέρας μου, που με καλεί στο σπίτι γιατί έχει ήδη νυχτώσει. Πως περνάει τόσο γρήγορα η ώρα με την θάλασσα την μαγεύτρα;

                Ευτυχώς που και το σπίτι μου έχει κάτι από την θάλασσα. Μοιάζει με ενυδρείο. Στα χρώματα των γαλανών της νερών, των άσπρων κυμάτων της, των ασημόχρωμων ψαριών της. Δεν θα έλειπε, βέβαια, κι ένα μεγάλο ενυδρείο με πολλών λογιών ψάρια. Το αγαπημένο μου είναι ένα πορτοκαλί, που μοιάζει με τον γνωστό Νέμο. Κι έτσι το φωνάζω, Νέμο. Δεν θα του ταίριαζε άλλο όνομα, εξάλλου. Κάθε φορά που πλησιάζω το κρύο γυαλί του ενυδρείου, έρχεται και με κοιτάει. Το μελαγχολικό του βλέμμα δείχνει να μου ζητάει βοήθεια. Θέλει να το ελευθερώσω από την γυάλινη φυλακή του. Να το αφήσω να περιπλανηθεί στην απέραντη θάλασσα. Θέλει να γίνει ο θηριοδαμαστής των τεσσάρων θαλασσών. Να γίνει ο Τζακ Σπάροου από τους Πειρατές της Καραϊβικής. Το βλέπω στο μάτι του, που γυαλίζει. Είναι πανέξυπνο ψάρι. Κι ας λένε ότι τα ψάρια είναι χαζα. Όχι, το δικό μου είναι ιδιοφυία. Πολλές φορές φοβάμαι πως θα το σκάσει μόνο του, όπως ο Νέμο στην παιδική ταινία.

                Πρέπει να του χαρίσω την ελευθερία του. Το λυπάμαι. Τώρα που δεν με βλέπει κανείς. Έλα μικρέ μου Νέμο, μην φοβάσαι. Μπες στην απόχη, που θα σε οδηγήσει στην μεγάλη μας κοινή αγάπη, την θάλασσα. Μπράβο εξυπνούλη μου. Πάμε τώρα να κολυμπήσουμε παρέα. Ας το βάλω σε ένα ποτήρι με  νερό. Χρειάζονται νερό τα ψάρια για να ζήσουν, όπως κι εμείς χρειαζόμαστε καθαρό αέρα να αναπνέουμε. Και τώρα είμαστε έτοιμοι να πάμε για κολύμπι.

                Πόσο το ζηλεύω! Με το που το έριξα στο νερό έγινε άφαντο. Βρήκε τον φυσικό του χώρο. Έγινε κι αυτό ένα ξωτικό και παίζει με τα στοιχειά της θάλασσας. Χορεύει στους ρυθμούς του βυθού και τραγουδάει με την μουσική του ανέμου. Εμένα με λησμόνησε, δεν με πήρε μαζί του.

                 Τελικά έχει δίκιο ο μπαμπάς. Τα ζώα δεν έχουν αισθήματα και σκέψεις όπως οι άνθρωποι. Εμείς μπορούμε και σκεφτόμαστε, αισθανόμαστε, επικοινωνούμε, ονειρευόμαστε, όπως ακριβώς κάνω κι εγώ. Βέβαια, μερικές φορές τα κάνουμε σε υπερβολικό βαθμό κι αυτό μας οδηγεί στην καταστροφή μας. Σκεφτόμαστε πολύ με αποτέλεσμα να κατασκευάζουμε αντικείμενα που τελικά μόνο καλό δεν μας προσφέρουν. Έτσι λέει η τηλεόραση που παρακολουθεί ανελλιπώς ο μπαμπάς. Να, όπως αυτό το πυρηνικό εργοστάσιο, που στέκει απειλητικό, λίγο πιο έξω από την πόλη μας. Πόσο έξυπνοι ήταν αυτοί που δημιούργησαν κάτι τέτοιο; Και για ποιόν λόγο; Για την άνεση, την προστασία και την εξέλιξή μας λένε οι μεγάλοι κύριοι του κράτους. Ναι, και ανά πάσα στιγμή κινδυνεύουμε από κάτι που τελικά φτιάχτηκε για να σκοτώνει.

                Όλα πλέον τα κάνουμε “πολύ”. Αισθανόμαστε πολύ με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να αγαπάμε ελεύθερα. Αγαπάμε πολύ με αποτέλεσμα να ζηλεύουμε. Όπως ζηλεύει ο μπαμπάς την μαμά, όταν βγαίνει με τις φίλες της. Ζηλεύει πολύ, γιατί την αγαπάει πολύ. Μετά, επικοινωνούμε πολύ. Με τι αποτέλεσμα; Να μαλώνουμε, να πολεμάμε και τέλος να σκοτωνόμαστε. Βλέπεις τους μεγάλους πολιτικούς να επικοινωνούν πολύ, να τσακώνονται και να μαλώνουν πολύ και, βέβαια, να πολεμάνε πολύ. Κι έπειτα φτιάχνουν τα πυρηνικά εργοστάσια για να πεθαίνουν πολύ, αλλά και πολλοί. Τέλος ονειρευόμαστε πολύ. Όπως κάνω εγώ. Τι κακό κάνει αυτό; Να θέλω περισσότερα από αυτά που μου επιτρέπεται. Από αυτά που μου έδωσε ο Θεός. Να θέλω να γίνω ξωτικό και να γίνω ένα με την θάλασσα. Ναι, ονειρεύομαι πολύ…

                Σήμερα είναι Παρασκευή και είναι μια όμορφη μέρα. Ανυπομονώ να τελειώσω το σχολείο και να πάω στην παραλία μου, να ζήσω το όνειρό μου. Η θάλασσα και τα κύματα μου με περιμένουν. Μπορεί να με περιμένει και ο Νέμο μου. Να επέστρεψε για να με πάρει μαζί του.

                Τελικά όταν θέλεις κάτι πάρα πολύ δεν αργεί να έρθει. Δεν έχω διάβασμα για αύριο, οπότε με αφήνει η μαμά να πάω από νωρίς στην παραλία. Θα είναι τέλεια. Ώρες ατελείωτες στον υδάτινο, παραμυθένιο κόσμο μου. Είναι μεσημέρι, πρέπει να είναι γύρω στις δύο και μισή και κάνει ζέστη. Το νερό στα πόδια μου είναι υπέροχο. Η μυρωδιά της θάλασσας έντονη. Το σπίτι μου στέκει πίσω μου, όμορφο σαν ζωγραφιά, αλλά εγώ προτιμώ την άμμο και το νερό. Οι γονείς μου πρέπει να έχουν πέσει για ύπνο. Κουράζονται και αγχώνονται πολύ για να γεμίζει το πουγκί, λέει η μαμά. Εμένα όμως με ενδιαφέρουν μόνο τα όνειρα μου, τα οποία, όμως, διακόπτονται απότομα από ένα δυνατό βουητό. Και ύστερα από ένα απίστευτο τράνταγμα. Σαν να έπιασε ο Θεός την γη και να την ταρακούνησε δυνατά, για να μας βάλει μυαλό. Γυρίζω το βλέμμα μου πίσω και βλέπω το σπίτι μας να σκορπίζεται στο έδαφος σαν ψεύτικο. Η μαμά, ο μπαμπάς και το γεμάτο πουγκί μαζί… Από το εργοστάσιο, που φαίνεται μακριά, βγαίνει πολύ καπνός, θανατηφόρος. Και ξαφνικά η θάλασσα μαζεύεται, χάνεται από τα πόδια μου, σαν τα νερά από μια μπανιέρα που αδειάζει. Όχι, αυτή τη θέλω πίσω. Και δεν αργεί. Στο βάθος εμφανίζεται ένα τεράστιο κύμα. Απειλητικό, με πλησιάζει. Δεν νιώθω φόβο. Η θάλασσα είναι ο χώρος μου κι εγώ είμαι παιδί της. Σε λίγο θα γίνω ένα με αυτή. Θα γίνω επιτέλους ένα ξωτικό της θάλασσας, θα μπορώ να κολυμπάω, να κάνω τούμπες μέσα στο νερό, να παίζω με όλα πλάσματα του βυθού. Ήμουν απλά ένα μικρό κοριτσάκι, δέκα ετών και το όνομα μου ήταν Νάμι, που σημαίνει κύμα…

               

Μπουτεράκος Νεκτάριος  19 Μαρ. 11