Η ψυχή του άστρου

Έφτασε με την ψυχή στο στόμα στο καταφύγιο, με το έδαφος να σείεται στο κατόπι του, η ανάσα των διωκτών του καυτή στον σβέρκο. Με το που σφάλισε και αμπάρωσε την βαριά πόρτα πίσω του, τα απανωτά, βίαια χτυπήματα τράνταξαν συθέμελα το κτίριο. Τοίχοι και οροφή έτριζαν και δονούνταν, αιμορραγούσαν χαλίκια και κονίαμα στο κράνος του. Δεν θα ήταν ασφαλής για πολύ. Τίναξε την μπέρτα του σκορπίζοντας βίδες και ελάσματα στο μαρμάρινο πάτωμα. Έβρισε μέσα από τα δόντια του. Ο θώρακας του είχε υποστεί βαριά ζημιά. Όρμισε στο μπαούλο έκτακτης ανάγκης. Εκεί του είχε πει ότι θα έβρισκε το μεταλλικό κουτί, και του είχε υποσχεθεί ότι θα ήταν ξεκλείδωτο.

Ο βορεινός τοίχος του καταφυγίου είχε αρχίσει ήδη να ραγίζει. Δεν έπρεπε να χασομερά άλλο. Το κουτί ήταν όντως στο μπαούλο. Ήταν και ξεκλείδωτο. Θα έβρισκε όμως μέσα αυτό στο οποίο βάσιζε όλες του τις ελπίδες; Το άνοιξε και γούρλωσε τα μάτια του.

«Δεν το πιστεύω!» αναφώνησε, την στιγμή που κατέρρευσε ο τοίχος μπροστά του. Μέσα στο κουτί υπήρχε μοναχά το μισό άστρο, η μισή του ψυχή, ακριβώς όπως του είχε πει ο πατέρας του. Ο μύθος ήταν τελικά αληθινός. Είχε διαμελιστεί. Έπρεπε να βρει και το δεύτερο κομμάτι για να πάρει την φυσική του μορφή. Δεν υπήρχε, όμως, χρόνος για δεύτερη σκέψη. Ο εχθρός ήταν μπροστά του, πατούσε πάνω στα χαλάσματα του τοίχου και τον απειλούσε. Οι στρατιώτες της μαύρης βασίλισσας τον σημάδευαν με τα όπλα τους. Το μηχανικό σώμα του Έτριαν είχε κοκαλώσει. Καμία κίνηση. Όλα είχαν παγώσει. Ο ίδιος ο χρόνος είχε παγώσει. Είχε βάλει τελεία. Ξαφνικά τα όπλα κατέβηκαν, σημαδεύοντας πλέον το μαρμάρινο πάτωμα. Οι άντρες άρχισαν να μαζεύονται δεξιά κι αριστερά, δημιουργώντας έναν διάδρομο. Από το σκοτεινό βάθος του καταφυγίου φάνηκε μια φιγούρα να πλησιάζει. Σκοτεινή κι αυτή. Τα βήματά της ήταν αργά αλλά σταθερά, γεμάτα αυτοπεποίθηση και θράσος. Οι στρατιώτες στο διάβα της φιγούρας γονάτιζαν, υποδηλώνοντας έτσι τον σεβασμό τους. Μάλλον τον φόβο τους.  Ο Έτριαν έφερε αργά το χέρι στην πληγή του θώρακά του. Αίμα δεν έτρεχε, αλλά ο πόνος ήταν εξίσου δυνατός. Η σκοτεινή φιγούρα άρχισε να παίρνει μορφή μπροστά στα μάτια του. Ήταν μια θηλυκή παρουσία. Για πρώτη φορά αντίκριζε τον εχθρό του. Ήταν η βασίλισσα Αντριάν. Ο θρύλος του σκοτεινού γειτονικού πλανήτη, που χρόνια πολεμούσαν. Ψηλή στην θωριά της, αγέρωχη. Η μαύρη ελαστική ολόσωμη φόρμα, που αγκάλιαζε το μυώδες κορμί της, έμοιαζε με δέρμα. Δέρμα που ανέπνεε πάνω της. Τα κατάμαυρα μάτια της τον κάρφωσαν.

«Έτριαν, γιε του αθάνατου Τρέβον, κληρονόμε του πλανήτη Σέξτους, σε χαιρετώ!». Η φωνή της είχε την δύναμη του ερέβους. Διαπεραστική, αποκρουστική και βαθιά, σαν το χάος.

«Βασίλισσα Αντριάν! Θα προτιμούσα η πρώτη μας συνάντηση να είχε γίνει κάτω από άλλες συνθήκες. Πιο φιλικές, θαρρώ…».

«Τις συνθήκες, φίλτατε, τις ορίζουμε εμείς. Κι όπως βλέπεις, η παρτίδα πάνω στην σκακιέρα του γαλαξία μας, γέρνει προς το μέρος μου. Το μέρος του νικητή». Το χαμόγελό της άστραψε μέσα στην σκοτεινιά.

«Μην είσαι τόσο σίγουρη γι’ αυτό!». Παρόλο που ο πόνος τον έπνιγε, στύλωσε το κορμί του και πρόταξε τον πληγωμένο του θώρακα μπροστά. Έμοιαζε με Θεό. Μηχανικό Θεό, όμως, κι αυτό πόναγε περισσότερο.

«Βλέπω ότι βρήκες αυτό που γύρευες! Το εξάκτινο αστέρι! Νιώθεις νικητής; Θαρρείς πως ήρθε η ώρα να ανακτήσεις την φυσική σου μορφή ή μήπως να χάσεις κι αυτό το προσωρινό κέλυφος που σε καλύπτει;». Οι ερωτήσεις της ήταν πλέον βροντερές. Σήκωσε το σκήπτρο που κρατούσε στα χέρια της και η άκρη του φωτίστηκε, εξαπολύοντας σπίθες και γαλαζωπούς κεραυνούς.

Ο Έτριαν συνειδητοποίησε πως το τέλος του ήταν κοντά. Η αθάνατη μορφή του είχε χαθεί πριν χρόνια και δεν μπορούσε πλέον να τον προστατεύσει από την επίθεση ενός τόσο ισχυρού εχθρού. Έκλεισε τα μάτια και η ζωή του πέρασε σε σκηνές, μπροστά από τα μάτια του.

 Σαν αχνό όνειρο είδε την παιδική του ηλικία. Ευτυχισμένα χαμόγελα, αγάπη, θαλπωρή. Τα ζεστά χέρια του πατέρα του, τα γεμάτα αγάπη μάτια της μητέρας του. Μάτια που θόλωσαν μέσα σε μια στιγμή κι έγιναν δηλητηριώδη κεντριά. Μια αρχαία κατάρα που κυνηγούσε την οικογένεια της μητέρας του, εν αγνοία της. Μια κατάρα που στάθηκε αφορμή να κλέψει την ψυχή του ίδιου του παιδιού της και να του αφήσει μόνο την λογική μέσα σε ένα σώμα γεμάτο βίδες, ελάσματα και γρανάζια. Κι από τότε ξεκίνησε η Οδύσσειά του. Από μικρό παιδί πάλευε να βρει την ψυχή του, να κερδίσει με το σπαθί του την καρδιά και τα συναισθήματά του. Η ιστορία του έγινε μύθος στον πλανήτη του. Θρύλος, που έλεγε πως η ψυχή του Έτριαν έγινε αστέρι εξάκτινο στα χέρια της μάνας του, όπως εξάκτινη ήταν και η μορφή του αστερισμού που κατοικούσαν. Κι αυτό το αστέρι το χώρισε στα δύο και τα κομμάτια του τα σκόρπισε στο σύμπαν. Το ένα κομμάτι επέστρεψε στον κόσμο, όπου άνηκε. Το δεύτερο, όμως χάθηκε μακριά…

Όλες αυτές οι αναμνήσεις γίναν καταρράκτης που του έλουζε το, άδειο από ψυχή, κορμί του. Έγιναν δίνη που τον τύλιξαν και τον σήκωσαν ψηλά. Ο Έτριαν ένιωθε ανάλαφρος. Για μια στιγμή πίστεψε πως τον είχε βρει ο θάνατος. Ένας γλυκός κι ονειρικός θάνατος. Οι μετριασμένες αισθήσεις του αυξήθηκαν. Ένιωσε στα ρουθούνια της μύτης του ένα άρωμα που χρόνια είχε να μυρίσει. Η δίνη που τον είχε περικυκλώσει έγινε πιο φωτεινή κι αυτός συνέχισε να αιωρείται, να ανεβαίνει ψηλά. Κοίταξε προς τα κάτω και είδε αρσενικά κορμιά καμένα. Είδε την Βασίλισσα να τρέχει, προστατευμένη από τους άντρες της, να σωθεί από μια δίνη φωτιάς. Κατάρες και βρισιές έφτασαν στα αυτιά του. Τελικά δεν κατάφερε να τον σκοτώσει. Είχε σωθεί από ένα θαύμα. Στα χέρια του κρατούσε ακόμα το μισό αστέρι, την μισή του ψυχή. Το γνωστό άρωμα, που τον περιέλουζε, έγινε πιο έντονο και μια φωνή απαλή χύθηκε στον αγέρα και του χάιδεψε τ’ αυτιά.

«Έτριαν, γενναίε μου άντρα, κατάφερες να βρεις το ένα κομμάτι του εαυτού σου. Πάλεψες με θεριά, νίκησες ομοίους σου, και τώρα έτοιμο, μεστωμένο αρσενικό, κρατάς στα χέρια σου, μέρος της ψυχής σου. Αυτή η μεγάλη νίκη σου θα σου ανοίξει το μονοπάτι και θα σου δείξει που βρίσκεται το δεύτερο κομμάτι της ψυχικής σου υπόστασης. Κάπου μακριά. Σε ξένο γαλαξία. Το δεύτερο μισό του εξάκτινου αστεριού έχει αποκτήσει δική του λογική, δική του σάρκα. Όμως μέσα του διατηρεί την φλόγα της ψυχής σου που καρτερεί, αδημονεί να ενωθεί με σένα και να γίνει κυρίαρχος του κόσμου σου και του κόσμου του. Κλειδοκράτορας δύο γαλαξιών. Πρόδομος μιας νέας εποχής! Άνοιξε τα μάτια σου και δες το ταίρι της ψυχής σου…».

Ο Έντουαρντ πετάχτηκε απότομα, ξυπνώντας από τον βαθύ ύπνο που είχε πέσει. Στο μάγουλό του είχε αποτυπωθεί το πληκτρολόγιο, πάνω στο οποίο κοιμόταν και στην οθόνη υπήρχε μια ατελείωτη, συνεχόμενη ευθεία γραμμάτων. Με τις παλάμες του έτριψε τα μάτια του. Για μια ακόμα φορά είχε ονειρευτεί τον ήρωα του βιβλίου του. Ο χάρτινος πρωταγωνιστής του είχε πάρει σάρκα και οστά στον κόσμο των ονείρων του. Έσβησε τα ατελείωτα γράμματα που είχαν βγει στον κειμενογράφο του υπολογιστή του και κοίταξε το σημείο της ιστορίας του, όπου είχε σταματήσει πριν ώρες. Είχε μείνει εκεί, όπου ο ήρωας του προσπαθούσε να ξεφύγει από τους άντρες της μαύρης Βασίλισσας, μέσα στους διαδρόμους του καταφυγίου, στο οποίο κρυβόταν και ο θησαυρός που έψαχνε. Την συνέχεια της ιστορίας την είχε δει στο ύπνο του. Πρώτη φορά του συνέβαινε να ζει μέσα στα όνειρά του, την πλοκή του βιβλίου του. Ένιωθε άρρηκτα συνδεδεμένος με όλα όσα έγραφε. Δεν ήταν αποκύημα της λογικής του, αλλά της ίδιας του της ψυχής. Ο ήρωας του ήταν ολοζώντανος μπροστά του. Είχε την δική του την μορφή. Μόνο που ήταν μηχανική. Όμως, τα γαλαζοπράσινα μάτια του, τα κατάμαυρα μαλλιά του, οι εκφράσεις του προσώπου του, οι κινήσεις του κορμιού του, ήταν όμοιες με τις δικές του. Σαν να έγραφε για την ζωή που ζούσε σε έναν άλλο πολιτισμό, σε μιαν άλλη ζωή.

Έριξε μια ματιά στο ρολόι του τοίχου του. Η ώρα είχε περάσει. Σήμερα ήταν η μέρα, όπου έπρεπε να κάνει την συνηθισμένη του επίσκεψη. Να προσφέρει την βοήθειά του σε αυτούς που τον μεγάλωσαν, που του χάρισαν την ζωή. Πέταξε τα ρούχα του και χώθηκε στο ντους. Άφησε το νερό να πάρει μακριά σκέψεις και προβλήματα. Μέσα σε λίγη ώρα ήταν έτοιμος κι έκλεινε την πόρτα του διαμερίσματός του, πίσω του.

Μπορεί να είχαν περάσει δέκα χρόνια από την ημέρα που έφυγε από εκεί, αλλά η μορφή του κτηρίου είχε μείνει ίδια. Παγιωμένη στον χρόνο και στην καρδιά του. Εξωτερικά μπορεί να είχε μια κοινότυπη εικόνα, κλασσικού κτηρίου, αλλά το ορφανοτροφείο που αντίκριζε, γι’ αυτόν ήταν η πατρίδα του, και η καλόγρια που το διεύθυνε, η μητέρα του. Μπήκε μέσα και κατευθύνθηκε στο γραφείο της. Άνοιξε την πόρτα και την είδε να του χαμογελάει. Μια οικεία ζεστασιά τον πλημμύρισε. Έβγαλε από την τσέπη του παντελονιού του ένα αγριολούλουδο και το έβαλε στα χέρια της, αφού της χάρισε ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο.

«Ευγενικός όπως πάντα!», του είπε με την ήρεμη φωνή της. «Και πιστός στο ραντεβού σου. Ξέρεις, δεν είναι ανάγκη να σπαταλάς τον πολύτιμο χρόνο σου για μας. Τα καταφέρνουμε…».

«Ο πολύτιμος χρόνος μου σπαταλήθηκε με τον καλύτερο τρόπο εδώ μέσα, από την στιγμή που με βρήκατε μισοπεθαμένο μωρό σε εκείνο το ποτάμι. Σας χρωστάω την ζωή μου και πάντα θα είμαι δίπλα σας».

«Έντουαρντ είσαι πολύ περίεργο παιδί. Σαν από άλλον πλανήτη. Δεν μοιάζεις με τους ανθρώπους αυτής της γης. Είσαι δώρο Θεού…». Σηκώθηκε και με τα γέρικα χέρια της αγκάλιασε τον νεαρό άντρα. «Σήμερα είναι η μεγάλη μέρα. Πέρασαν κιόλας είκοσι έξι χρόνια από την στιγμή που σε βρήκαμε. Για μας σήμερα είναι τα γενέθλιά σου. Γι αυτό σου έχω κι ένα ιδιαίτερο δώρο, που φύλαγα τόσα χρόνια μέχρι να έρθει η κατάλληλη στιγμή. Και ο Θεός μου πρόσταξε, πως σήμερα είναι αυτή η στιγμή. Ακολούθησέ με…».

Ο Έντουαρντ παραξενεμένος από τα λόγια της ηλικιωμένης καλόγριας την ακολούθησε. Κατέβηκαν στο υπόγειο του ορφανοτροφείου και έφτασαν μπροστά από την ξύλινη πόρτα ενός μικρού δωματίου. Η καλόγρια ξεκλείδωσε και μπήκαν μέσα. Τράβηξε ένα μικρό κορδόνι και ο χώρος φωτίστηκε από μια μικρή κιτρινωπή, αδύναμη λάμπα. Ο ιστός της αράχνης που την κάλυπτε, άφηνε την σκιά του στον πέτρινο τοίχο. Η γυναίκα πλησίασε σε ένα ξύλινο γραφείο και από το συρτάρι έβγαλε ένα μικρό σκαλιστό κουτάκι. Το έδωσε στον Έντουαρντ.

«Τι είναι αυτό;», ρώτησε έκπληκτος.

«Είναι κάτι που κουβαλούσες πάνω σου, κομμάτι από την άγνωστη ζωή σου. Το είχες κρεμασμένο στο λαιμό σου. Την νύχτα που σε βρήκα είχε κολλήσει πάνω στο δερματάκι σου. Από αυτό προέρχεται και το σημάδι στο στέρνο σου. Αυτό που μοιάζει με μισό αστέρι. Έλαμπε με έναν περίεργο τρόπο. Αυτό ήταν η αιτία που σε βρήκαμε. Δεν είχες τότε την δύναμη, ούτε να κλάψεις».

Ο Έντουαρντ ασυναίσθητα ακούμπησε τα ακροδάχτυλά του στο σημάδι, που νόμιζε πως είχε εκ γενετής, πάνω στο στέρνο του. Χάιδεψε απαλά το κουτάκι και μετά το άνοιξε. Μέσα υπήρχε ένα μενταγιόν. Τράβηξε την ασημένια αλυσίδα και το έβγαλε από το κουτί. Στην άκρη του κρεμόταν μισό αστέρι με τρεις ακτίνες. Φέρνοντάς το μπροστά στα μάτια του, το αστέρι άρχισε να λάμπει. Ο Έντουαρντ ταράχτηκε.

«Πως το κάνει αυτό;».

«Δεν ξέρω γιε μου. Μόνο με σένα συμβαίνει αυτό. Είναι κάτι που θα πρέπει να ανακαλύψεις μόνος σου…».

Η λευκή λάμψη που τον τύλιγε άρχισε να χάνει την δύναμή της. Να γίνεται διάφανη. Ο Έτριαν ένιωσε το σώμα του να κατεβαίνει με αργούς ρυθμούς. Μέσα σε λίγες στιγμές είχε ακουμπήσει στο έδαφος. Ένιωθε ζαλισμένος και ταυτόχρονα έκπληκτος με όσα είχε δει. Ένα ακόμα αρσενικό με την δική του την μορφή, φυσική μορφή, ζούσε σε κάποιον άλλο μακρινό γαλαξία. Σε έναν πλανήτη που τον ονόμαζαν Γη. Και κρατούσε στα χέρια του το ίδιο μενταγιόν, που είχε κι αυτός κρεμασμένο στο ατσάλινο λαιμό του. Έκανε την ίδια κίνηση με τον άντρα που είχε δει πριν λίγο. Ακούμπησε με τα ακροδάχτυλά του το μισό αστέρι. Έλαμψε κι αυτό το ίδιο. Ελάχιστα το ένιωθε στα χέρια του. Η αφή του ήταν ανεπαίσθητη. Ένα ρίγος διαπέρασε το μεταλλικό κορμί του. Μια αίσθηση που ένιωσε στα λογικά του.

Όση ώρα αυτές οι σκέψεις βασάνιζαν το μυαλό του, η φωτεινή αύρα, που τον είχε τυλίξει προηγουμένως, άρχισε να παίρνει μορφή. Σαν σύννεφο που συμπυκνώνεται. Η μορφή που πήρε ήταν θηλυκού. Ο Έτριαν την κοίταξε. Ήταν διάφανη, αέρινη, αλλά πανέμορφη. Τα μαλλιά της ήταν στο χρώμα του ερέβους, μαύρα και γυαλιστερά. Ξεπερνούσαν το ύψος της μέσης της. Η αλαβάστρινη επιδερμίδα της, διάφανη κι αυτή, έλαμπε. Δυο σμαραγδένια μάτια τον κοιτούσαν κι ένα χαμόγελο ζεστό έσπασε την παγωμένη άυλη μορφή της. Είχε κάτι οικείο, γνώριμο αυτή η θηλυκή μορφή, που ο Έτριαν δεν μπορούσε να συλλάβει.

«Εσύ είσαι που με έσωσες, θηλυκό;», ρώτησε με μια φωνή που έτρεμε από τον πόνο του λαβωμένου του κορμιού.

Για μια ακόμα φορά έφερε το χέρι του στον θώρακα. Δεν άντεξε. Λύγισε και γονάτισε στο έδαφος. Η γυναίκα τον πλησίασε και γονάτισε κι αυτή μπροστά του. Έφερε το χέρι της στον σακατεμένο θώρακα του Έτριαν και το ακούμπησε πάνω στην πληγή του. Ένα κάψιμο ένιωσε ο άντρας στο σημείο αυτό και μια έντονη λάμψη του τύφλωσε τα μάτια. Όταν το φως άρχισε να υποχωρεί και η όρασή του επανήλθε, η πληγή και ο πόνος είχαν εξαφανιστεί. Όλες οι βίδες, τα ελάσματα και τα εξαρτήματα του μηχανικού κορμιού του είχαν αποκατασταθεί. Σηκώθηκε όρθιος και την κοίταξε στα μάτια.

«Είσαι καλύτερα;», τον ρώτησε με την βελούδινή φωνή της.

«Ναι, τι ζητάς από μένα αέρινη νεράιδα. Ποια είσαι; Γιατί μου είσαι τόσο γνώριμη; Τι είναι όλα αυτά που μου έδειξες;». Στα λόγια του διακρινόταν η ανυπομονησία.

«Ένα, ένα Έτριαν. Δεν έχει σημασία ποια είμαι εγώ, αλλά ποιος είσαι εσύ! Αυτά που είδες είναι η λύση για το πρόβλημά σου. Για να αποκτήσεις αυτό που χρόνια λαχταράς. Αυτό το αρσενικό από τον πλανήτη Γη είναι το δεύτερο μισό σου. Πρέπει να τον βρεις και να ενωθείτε. Δεν θα είναι εύκολο. Θα πρέπει να τον πείσεις. Οι κάτοικοι αυτού του πλανήτη είναι δύσπιστοι και καχύποπτοι. Μόνο ο αληθινός σου εαυτός θα μπορέσει να τον πείσει, κι αυτόν θα πρέπει να ανακαλύψεις πρώτα».

«Και πως θα τον βρω; Πως θα φτάσω εκεί, στην Γη που λες;».

«Κι αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να σκεφτείς μονάχος. Την δύναμη την έχεις μέσα σου Έτριαν. Δεν είναι τυχαίο που απέκτησες αυτό το ατσάλινο κορμί. Όλα είναι σχεδιασμένα, προμελετημένα. Μέσα από τις δυσκολίες και τους πόνους που αντιμετώπισες θα ανακαλύψεις την πραγματική σου δύναμη, τον αληθινό σου εαυτό. Σκέψου Έτριαν, σκέψου… σκέψου… σκέψου γιε μου μονάκριβε!». Την  τελευταία φράση της την είπε πολύ σιγανά, πριν χαθεί από τα μάτια του Έτριαν, για να μην την ακούσει.

Έμεινε μονάχος. Είδε το θηλυκό να χάνεται μπροστά στα μάτια του κι ένιωσε ένα κενό, όπως τότε που εξαφανίστηκε η μάνα του, αφού τον είχε μεταμορφώσει και του είχε πάρει την ψυχή. Η σκέψη αυτή του έφερε πόνο. Αν μπορούσε θα είχε δακρύσει. Κοίταξε το μισό αστέρι που είχε βρει στο κουτί. Έμοιαζε άψυχο από την μοναξιά των χρόνων. Στο κέντρο του είχε σκαλισμένο άλλο ένα αστέρι πιο μικρό, μισό κι αυτό, με τρεις ακτίνες. Αμέσως στο μυαλό του ήρθε η εικόνα του μενταγιόν που είχε στο λαιμό. Το τράβηξε και το ξεχώρισε από την αλυσίδα. Τοποθέτησε το κομμάτι, που χρόνια του βάραινε τον λαιμό, πάνω στο μισό αστέρι. Ένιωσε το χέρι του να δονείται. Όλος ο κόσμος του έτρεμε, λες και είχε έρθει το τέλος. Μπροστά του φάνηκε ένας φωτεινός σωλήνας, που με μιας εκτινάχτηκε προς τα άστρα του ουρανού. Το χέρι του ακόμα έτρεμε. Το σήκωσε και το πλησίασε προς το μικρό αυτό τούνελ. Όσο το χέρι πλησίαζε, τόσο η δόνηση μετρίαζε. Τέντωσε το χέρι του και έφτασε στο στόμιο του τούνελ. Η δόνηση σταμάτησε. Με μια απίστευτη δύναμη τον τράβηξε μέσα του. Ο Έτριαν ένιωσε το σώμα του να στροβιλίζεται σε απίστευτους ρυθμούς. Άστρα, σκόνη και γαλαξίες γίναν ένα μπρος τα μάτια του. Μια μάζα φωτεινή, που στο διάβα της άφηνε λαμπερές κορδέλες. Ο στροβιλισμός του δεν είχε σταματημό…

Ο Έντουαρντ έγραφε το μυθιστόρημά του στον υπολογιστή του, όταν ένιωσε μια απίστευτη ζαλάδα. Όλα γύρω του γύριζαν σε ξέφρενους ρυθμούς. Σηκώθηκε και πήγε στο νεροχύτη της κουζίνας. Άνοιξε την βρύση και έριξε νερό στο πρόσωπό του. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Το μενταγιόν που του είχε δώσει η καλόγρια έκαιγε πάνω στο στέρνο του. Το έπιασε και ένιωσε την θέρμη του. Για μια ακόμα φορά είχε αυτή την απόκοσμη λάμψη. Ήταν, όμως, διαφορετική. Πιο δυνατή. Στον τοίχο απέναντί του άρχισε να ανοίγει μια μαύρη τρύπα. Η περίμετρός της έβγαζε φως. Κάτι σαν αυτές τις σκουληκότρυπες που αναφέρανε στη ΝΑΣΑ. Πύλες για άλλους κόσμους. Έτσι φαινόταν στα μάτια του. Και δεν είχε κι άδικο…

Από την τρύπα βγήκε ένα άντρας. Τον περνούσε τουλάχιστον δύο κεφάλια, αλλά στην όψη ήταν ίδιοι. Αντίγραφα. Ο Έντουαρντ έμεινε άναυδος με όσα εκτυλίσσονταν μπροστά στα μάτια του. Ο γνωστός, άγνωστος αυτός άντρας σηκώθηκε όρθιος. Φορούσε κάτι σαν πανοπλία. Ο θώρακάς του ήταν ατσάλινος. Έμοιαζε άκαμπτος. Χρώμα δεν μπορούσε να διακρίνει. Όλα τα χρώματα της ίριδας περνούσαν μπροστά του. Μια τεράστια άλικη μπέρτα κάλυπτε την πλάτη του κι ένα κράνος από το ίδιο υλικό με την υπόλοιπη πανοπλία υπήρχε στο κεφάλι του. Στην κορφή του κράνους διαγραφόταν το σχήμα ενός εξάκτινου αστεριού. Ακριβώς από κάτω δυο τεράστια γαλαζοπράσινα μάτια, σαν τα δικά του, τον κοιτούσαν με απορία. Τον σκανάριζαν. Συνειδητοποίησε πως εμπρός του στεκόταν ο ήρωας του βιβλίου του. Αυτός που έβλεπε στα όνειρα του. Από το χαρτί και την φαντασία του είχε ξεπηδήσει πλέον στην πραγματικότητα κι έστεκε εκεί ολοζώντανος. Ήταν ασύλληπτη για το μυαλό του η ομοιότητά τους. Από τον τρόμο του, είχε κολλήσει στον τοίχο και παρατηρούσε όσα συνέβαιναν, λες μέσα από ταινία. Ή καλύτερα, σαν να διάβαζε ένα μυθιστόρημα. Με την δική του ιστορία…

«Ποίος είσαι εσύ;», ψέλλισε, σαν να είχαν πέτρες οι λέξεις ανάμεσά τους. «Τι ζητάς;».

«Για σένα ήρθα γήινε». Η γλώσσα του ήταν απροσδιόριστη, όμως ο Έντουαρντ, για έναν ανεξήγητο λόγο την καταλάβαινε απόλυτα. Μπορούσε να την μιλήσει κι αυτός.

«Δεν καταλαβαίνω, τι συμβαίνει; Τα έχω χαμένα… Πως μπορώ και συνεννοούμαι μαζί σου;».  Η ταραχή του ήταν έκδηλη. Πότε μιλούσε στην γλώσσα του και πότε σε μια άγνωστη, αλλά τόσο γνωστή σε αυτόν.

«Για αρχή, ηρέμισε αρσενικέ! Η λογική σου βρίσκεται σε σύγχυση και πρέπει να έχεις καθαρό μυαλό για να κατανοήσεις όσα σου πω». Όση ώρα μιλούσε ο Έτριαν, ή τρύπα στον τοίχο έκλεινε. Λίγο πριν κλείσει, μια μαύρη σκιά εισήλθε στον χώρο και αστραπιαία εξαφανίστηκε από το παράθυρο. Με την άκρη του ματιού του την πρόλαβε ο Έντουαρντ, αλλά μέσα στον πανικό του δεν έδωσε μεγάλη σημασία.

Ο Έτριαν προσπάθησε με όσο πιο ήρεμο τρόπο να εξηγήσει πως έχουν τα πράγματα στον Έντουαρντ. Του αφηγήθηκε την ιστορία του και όσα του είχε πει εκείνη η νεραϊδίσια μορφή, που είχε δει πρωτύτερα. Ο Έντουαρντ παρόλο που κάποια λόγια ταίριαζαν με τα όνειρα που είχε δει, σαν κομμάτια από διαλυμένο πάζλ, που αργά, αλλά σταθερά στηνόταν μπροστά του, παρέμενε δύσπιστος.

«Κάποιος μου παίζει άσχημο παιχνίδι. Δεν μπορώ να πιστέψω όσα μου λες». Στάλες ιδρώτα έτρεχαν από το μέτωπο του Έντουαρντ.

«Όχι αδελφέ, πρέπει να με πιστέψεις. Εμείς οι δυο είμαστε ένα. Κι έτσι πρέπει να γίνουμε!».

«Δεν θέλω να γίνω τίποτα μαζί σου. Θέλω να φύγεις. Τώρα!». Ο φόβος και η αγωνία είχαν μετατραπεί σε θυμό.

Ο Έτριαν για πρώτη φορά στη ζωή του ένιωσε αβοήθητος, αδύναμος. Το σωματικό και πνευματικό του σθένος δεν ήταν ικανό να πείσει τον άνθρωπο που είχε απέναντί του. Έπρεπε να αντιμετωπίσει τον ίδιον του τον εαυτό. Κι αυτό ήταν ό,τι πιο δύσκολο του είχε συμβεί μέχρι εκείνη τη στιγμή. Από το παράθυρο ξαναμπήκε εκείνη η μαύρη σκιά. Μπροστά στα έκπληκτα μάτια και των δύο άρχισε να παίρνει μορφή. Την μορφή της μαύρης βασίλισσας Αντριάν. Ο Έντουαρντ είχε μείνει αποσβολωμένος. Ο Έτριαν έπεσε με δύναμη πάνω της, για να προστατεύσει τον γήινο άντρα. Η δύναμη της Βασίλισσας, όμως, ήταν μεγαλύτερη. Με το σκήπτρο της τον πέταξε απέναντι, δημιουργώντας μια τεράστια τρύπα στην δεξιά του πλευρά. Τα κατάμαυρα μάτια της κάρφωσαν τον Έντουαρντ. Αυτός ήταν ο πραγματικός της στόχος. Αν κατάφερνε να τον σκοτώσει θα αφανιζόταν μαζί του και ο Έτριαν. Ο Έντουαρντ κατάλαβε το τι θα επακολουθούσε, αλλά δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Ο Έτριαν με όσες δυνάμεις του είχαν μείνει πέταξε στα πόδια του Έντουαρντ το μισό αστέρι που κρατούσε. Αστραπιαία και αποφεύγοντας την ριπή από το σκήπτρο της Βασίλισσας, όρμησε πίσω από τον καναπέ, αρπάζοντας ταυτόχρονα το άστρο. Τα δευτερόλεπτα που ακολούθησαν διαδραματίστηκαν με έναν περίεργο αργό ρυθμό. Ο Έντουαρντ κοιτώντας το άστρο κατάλαβε πως ταιριάζει απόλυτα με το μενταγιόν που τον έκαιγε στο στήθος. Το τράβηξε και το ένωσε με αυτό του Έτριαν. Η έκρηξη που ακολούθησε ήταν απερίγραπτη. Όσοι περνούσαν εκείνη την στιγμή κάτω από το διαμέρισμα της πολυκατοικίας, όπου έμενε ο Έντουαρντ, νόμισαν πως θα ήταν μάρτυρες μιας τρομοκρατικής επίθεσης.

Από τα χαλάσματα του διαμερίσματος πρόβαλε ένας άντρας. Ήταν ο Έτριαν με την φυσική του μορφή. Δυνατός και πανέμορφος. Ο Έτριαν και ο Έντουαρντ είχαν γίνει πλέον ένα. Μέσα στην καρδιά του έλαμπε ένα εξάκτινο αστέρι. Απέναντί του βρισκόταν το άψυχο σώμα της μαύρης Βασίλισσας. Η ένωσή τους ήταν τόσο ισχυρή, που την είχε εξολοθρεύσει. Χαμογέλασε και τα μάτια του έλαμψαν. Μόλις είχε γεννηθεί ένας ήρωας. Αυτός ήταν ο νέος ήρωας ανάμεσα σε δύο κόσμους. Έτοιμος να προστατέψει και τους δύο…

Νεκτάριος Μπουτεράκος