Δώρο βροχής

Η Ακρόπολη έλαμπε κάτω από το φως του φεγγαριού. Τρία ζευγάρια μάτια ατένιζαν την θέα. Τρεις διαφορετικές σκέψεις έπλεκαν τις δικές τους ιστορίες, αναπολούσαν το παρελθόν, χαίρονταν το παρόν και αδημονούσαν για το μέλλον. Ο Διονύσης, ο Σωκράτης και ο Νικόλας κάθονταν στο γνωστό γωνιακό τραπεζάκι, στο ταβερνάκι, που βρισκόταν στο Θησείο. Ήταν η καθιερωμένη εβδομαδιαία τους συνάντηση.

«Ωραίο φεγγάρι», έσπασε την σιωπή ο Σωκράτης.

«Από πότε έγινες εσύ ρομαντικός;», απάντησε περιπαικτικά ο Διονύσης.

«Πάντα ήμουν. Άσχετα αν δεν το δείχνω».

«Η γυναίκα σσσσου, ττττι λέει;», γέλασε, τραυλίζοντας ο Νικόλας.

«Όχι ρε μαλάκα! Μην τον ρωτάς για την γυναίκα του. Για την γκόμενα ρώτα. Η δική της γνώμη αξίζει».

«Διονύση ξεκόλλα. Την σέβομαι ρε τη Μάρθα. Δεν θα έκανα κάτι που θα την πλήγωνε».

«Σσσσσωστός ο ππππαίχτης!».

«Δεν αντέχω να ακούω για σεβασμό. Δεν θυμάμαι στο παρελθόν να είχες σεβαστεί κάποια από τις γκόμενές σου. Αντίθετα, το κέρατο πήγαινε σύννεφο».

«Μεγαλώσαμε ρε Νιόνιο! Απορώ πως εσύ έγινες μπαμπάς;», γέλασε τρανταχτά ο Σωκράτης.

«Μμμμόνο εγώ έμεινα μπακκκκούρι!».

«Θα ‘ρθει και η σειρά σου αδελφέ! Μην βιάζεσαι όμως. Καλή είναι και η ελευθερία…».

Τρία ποτήρια σηκώθηκαν στον αέρα και τρεις ευχές κατέβηκαν μαζί με το κόκκινο υγρό.

Ο Διονύσης έμενε στο Δάσος Χαϊδαρίου. Πάρκαρε την μηχανή του μέσα στον κήπο του σπιτιού του. Κοίταξε την φωτισμένη μπαλκονόπορτα, έσφιξε τις γροθιές και άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό. Η Χρύσα τον περίμενε με την μικρή ξαπλωμένη στα πόδια της να παρακολουθεί παιδική ταινία. Με το που τον είδε σηκώθηκε κι έτρεξε στην αγκαλιά του.

«Μπαμπάκα, μπαμπάκα γύρισες;».

«Τι κάνει η σουσουράδα μου ακόμα ξύπνια;». Την έσφιξε στην αγκαλιά του και με την άκρη του ματιού του κέντρισε την Χρύσα. Το πρόσωπό της ήταν πετρωμένο, τα χέρια της σφιχτά κάτω από το στήθος της. «Είναι αργά γκομενάκι, τρέξε για νάνι». Την φίλησε στο μέτωπο και της έδωσε μια στο κολαράκι. Η μικρή χαμογέλασε κι έτρεξε με μικρά πηδηματάκια στο δωμάτιό της. Ο Διονύσης έβγαλε το μπλουζάκι του και το πέταξε στον καναπέ. Κάθησε κι άναψε τσιγάρο.

«Εκεί θα το αφήσεις;», τον ρώτησε ψυχρά η γυναίκα του.

«Γλυκειά μου, χαίρομαι που με πρόσεξες επιτέλους. Μια χαρά πέρασα».

«Είχες πει θα ΄ρθεις νωρίτερα! Τι είμαι εγώ; Η δουλάρα που θα σε περιμένει…». Κοίταζε το στόμα της που πήγαινε ροδάνι και για μια ακόμα φορά έσφιξε τις γροθιές του. Αν δεν υπήρχε το παιδί… «… ένας μισογύνης είσαι!».

«Πάω για ύπνο!», της είπε. «Όποτε θες, ανέβα».

«Θα κοιμηθώ στον καναπέ», του έφτυσε τις λέξεις.

Ο Διονύσης την κοίταξε με μισόκλειστα μάτια και της γύρισε την πλάτη. Καλύτερα! Καριόλα…, είπε από μέσα του.

Μια αγκαλιά περίμενε τον Σωκράτη στο σπίτι του, στην Ηλιούπολη. Η Μάρθα όταν τον είδε, έτρεξε και τον φίλησε. Ο Σωκράτης ασυναίσθητα τραβήχτηκε. Πήρε μια αναπνοή και χαλάρωσε. Της ανταπόδωσε το φιλί.

«Μωρό μου, μου έλειψες», του ψιθύρισε στο αυτί και το χέρι της άρχισε να κατεβαίνει προς τον καβάλο του.

«Κι εμένα», της είπε και ξεκόλλησε από πάνω της. «Μήπως μίλησες με την μητέρα;».

«Ναι, είναι μια χαρά!».

«Έλεγα να ανέβω πάνω πριν έρθω…».

«Μα, είναι αργά!», τον πρόλαβε η Μάρθα.

«Το ξέρω, γι’ αυτό δεν πήγα».

Η Μάρθα για μια ακόμα φορά τον πλησίασε και κόλλησε το καλλίγραμμο κορμί της πάνω του. Τα χέρια της άρχισαν να ψαχουλεύουν παντού. Τα χείλη της, λαίμαργα, αναζητούσαν τα δικά του. Η αναπνοή της έκαιγε. Ο Σωκράτης της έπιασε τα χέρια και την κοίταξε στα μάτια.

«Με πονάς…», φώναξε η Μάρθα.

Ο Σωκράτης, σαν να βγήκε από όνειρο, μαλάκωσε την λαβή του και πρόσεξε τα χέρια της Μάρθας που είχαν σχεδόν μελανιάσει. Πήρε άλλη μια βαθιά αναπνοή.

«Συγνώμη, συγνώμη μωρό μου. Δεν κατάλαβα ότι σε κρατούσα τόσο δυνατά».

«Δεν πειράζει, καλά είμαι», είπε κι έτριψε τους καρπούς της. «Μπορεί, μπορεί και να μου άρεσε». Τα μάτια της γυάλιζαν από ηδονή και επιθυμία. Κατευθύνθηκε προς την τσάντα της κι έβγαλε ένα ζευγάρι χειροπέδες. Τις ισορρόπησε στο δάχτυλό της κι άρχισε να τις στριφογυρίζει. Του έκλεισε το μάτι και κατευθύνθηκε προς την κρεβατοκάμαρα.

«Μάρθα, όχι στο πατρικό μου, όχι τόσο πρόστυχα πράγματα». Αφουγκράστηκε, σηκώνοντας τα μάτια στο ταβάνι. Δεν άκουσε θόρυβο απο το καροτσάκι. Ένιωθε στάλες κρύου ιδρώτα να αυλακώνουν την πλάτη του. Είδε το περίλυπο βλέμμα της, αλλά γύρισε το κεφάλι του αλλού.

Κλείδωσε την πόρτα του διαμερίσματός του στο Παγκράτι. Σφάλισε τους δύο σύρτες και πέταξε τα κλειδιά στον καναπέ. Έβγαλε όλα του τα ρούχα και τα άφησε σαν κηλίδες στο πάτωμα. Πήγε κατούρισε και σκούπισε το όργανό του με μια χαρτοπετσέτα. Έπλυνε τα χέρια του σχολαστικά και κοίταξε το είδωλό του στον καθρέφτη. Τα μαλλιά του άρχισαν να αραιώνουν και τα χαρακτηριστηκά του να χάνουν την παιδικότητά τους. Δεν ήταν ποτέ όμορφος, ποτέ δημοφιλής και περιζήτητος από τις γυναίκες. Τις σεβόταν, όμως, με τον τρόπο του. Σκούπισε τα χέρια του και κατευθύνθηκε στον υπολογιστή του. Τσέκαρε τα μηνύματά του. Το προφίλ του με την φωτογραφία ενός φουσκωτού είχε γύρω στα τριάντα μηνύματα. Το κανονικό του, ούτε ένα. Βαρέθηκε να τα διαβάσει. Ποιός ο λόγος; Άνοιξε το παράθυρο για να δει αν είχαν κατέβει τα βιντεάκια. Ένα ακόμα παιδευόταν. Τα άλλα όλα ήταν έτοιμα. Τα νύχια του άρχισαν να γδέρνουν το σβέρκο του. Έγινε κατακόκκινο. Άνοιξε το πρώτο βίντεο και αφέθηκε να παρακολουθεί το ζευγάρι που πηδιόταν. Ένιωσε ένα κάψιμο ανάμεσα στα σκέλια, αλλά όχι σημαντικό. Στο δεύτερο βιντεάκι γίνονταν όργια. Δύο γυναίκες με έναν άντρα, δύο άντρες με μια γυναίκα. Το κάψιμο έγινε δυνατό και το σβέρκο του μάτωσε. Κοίταξε το λιλιπούτειο όργανό του που είχε ανέβει. Το πήρε στα χέρια και ενώθηκε με τον ρυθμό των κορμιών στο βίντεο. Τελείωσε κι αυτός μαζί τους. Αφέθηκε ξέπνοος στην καρέκλα κι έκλεισε τα μάτια. Η γυναίκα από το βίντεο του χαμογέλασε.

Το κρύο έξω ήταν τσουχτερό. Κατέβασε το σκουφί πιο χαμηλά για να καλύπτονται τα αυτιά του που είχαν παγώσει. Το βήμα του ήταν γοργό. Τα κλαριά έκαναν θόρυβο κάτω από τα πόδια του. Κοίταξε το ρολόι του. Περασμένες δώδεκα. Το πάρκο ήταν έρημο, αλλά αυτός ήξερε… Πήγε δίπλα στις τουαλέτες. Μύριζε ούρα και σπέρμα. Κρύφτηκε πίσω από έναν θάμνο. Άναψε ένα τσιγάρο. Τα χέρια του είχαν παγώσει μέσα από τα γάντια του. Η καρδιά του βροντοχτυπούσε. Όπως κάθε φορά. Κατέβασε κι άλλο το σκουφί του κι έξυσε το σβέρκο του. Η αναμονή τον σκότωνε. Έκλεισε τα μάτια και μέτρησε τις αναπνοές του για να χαλαρώσει. Την είδε. Στην ώρα της. Κρατούσε το μικρό μαλτέζ από το λουρί και είχε τα ακουστικά στα αυτιά. Οι καμπύλες της διαγράφονταν μέσα από το παλτό. Δεν τον διέγειραν αυτές. Ούτε τα σαρκώδη χείλη της. Κοίταξε το ρολόι. Στην ώρα της. Οι περισσότερες στην ώρα τους ήταν. Όχι όλες…

Την άφησε να περάσει. Βγήκε από τον θάμνο και την ακολούθησε. Κάποια στιγμή σταμάτησε, για να κατουρήσει το σκυλί της. Αθόρυβα αυτός κρύφτηκε πίσω από ένα δέντρο. Έριξε μια ματιά προς τα πίσω η κοπέλα, σαν να την προειδοποιούσε το ένστικτό της, αλλά δεν είδε κάτι. Συνέχισε την πορεία της. Την ακολούθησε. Κοιτούσε τα δέντρα γύρω του, που άπλωναν τα πλοκάμια τους για να τον πιάσουν, να τον σταματήσουν. Δεν πτοήθηκε. Το φεγγάρι κρύφτηκε πίσω από τα σύννεφα. Δεν ήθελε να παρακολουθήσει. Επιτάχυνε το βήμα του. Η κοπέλα ήταν μπροστά με την μουσική στα αυτιά της να παίζει δυνατά. Το σκυλί, όμως, τον αντιλήφθηκε κι άρχισε να γαβγίζει. Το κοπρόσκυλο. Θα του χαλούσε τη δουλειά. Άρχισε να τρέχει για να την προλάβει. Η κοπέλα τον είδε κι έβγαλε μια κραυγή. Το σκυλί συνέχισε να γαβγίζει. Ήταν πλέον μπροστά της. Με μια κλωτσιά έστειλε το μικρόσωμο ζώο μακριά. Η κοπέλα πισωπάτησε έντρομη. Αυτός έσφιξε τις γροθιές του. Πήγε να τρέξει, αλλά την έπιασε με μια δρασκελιά. Την έριξε κάτω. Έβαλε το χέρι του στο στόμα της και με τα πόδια του κλείδωσε τα δικά της, που προσπαθούσαν να τον κλωτσήσουν. Τα μάτια της είχαν γουρλώσει. Οι δύο γραμμές στα φρύδια είχαν γίνει λαγκάδια. Με τα χέρια της τον χτυπούσε, όμως αυτός άντεχε. Την χτύπησε με την ανάστροφη του χεριού του. Ο ήχος στο δέρμα τον ερέθισε. Θυμήθηκε τα χαστούκια που είχε φάει τότε. «Γιατί το έκανες;». Η φωνή του τρύπαγε το μυαλό. Την κοίταξε στα μάτια, όπως κοίταζε τότε κι εκείνη. Η κοπέλα συνέχισε να τον χτυπά. Την χαστούκισε ξανά κι έβαλε πάλι το χέρι του στο στόμα της για να μην ουρλιάξει. Κοίταξε το λαιμό της. Φορούσε πάλι εκείνη την ασημί καρδούλα, όπως πριν δύο μέρες που την γνώρισε στο ίδιο πάρκο και της συστήθηκε. Του δάγκωσε το χέρι. Ένιωσε το αίμα να τρέχει μέσα από το γάντι του. Έσφιξε την γροθιά του και την κατέβασε στο πρόσωπό της. Η κοπέλα ζαλίστηκε. Τα χτυπήματά της χαλάρωσαν. Της τράβηξε την ασημί καρδούλα από τον λαιμό και την έβαλε στην τσέπη του. Θυμήθηκε άλλη μια φορά το χαστούκι από εκείνον. Η φωνή του ξανατρύπησε τα λογικά του. «Γιατί της το βούτηξες από τον λαιμό; Τι σου έχω πει για τον σεβασμό;». Ένιωσε ένα κύμα θυμού να τον κατακλύει. Της κατέβασε την φόρμα και της έσκισε το εσώρουχο. Η κοπέλα ακόμα ζαλισμένη από την γροθιά του, έκλεισε τα γόνατα, προφυλάσσοντας τον εαυτόν της. Αυτός είχε ήδη ξεκουμπώσει το παντελόνι του και είχε βγάλει το όργανό του έξω. Μια ακόμα ανάμνηση του κλόνισε τη σκέψη. Της είχε ανοίξει τα πόδια και την πήδαγε μπροστά στα μάτια του. Την ίδια του την μάνα. «Έτσι πρέπει να τις σέβεσαι. Μόνο με το γαμήσι υπακούν. Το κατάλαβες μικροτσούτσουνε; Να ακούς τον πατέρα σου». Έχωσε το όργανό του μέσα της. Η κοπέλα έπνιξε ένα ουρλιαχτό κάτω από το ματωμένο χέρι του. Αυτός έσπρωχνε, όλο έσπρωχνε. Το σκουφί του ήταν υγρό από τον ιδρώτα. Οι αντιστάσεις της άρχισαν να αυξάνουν. Το χέρι του πίεσε περισσότερο το στόμα της. Οι γροθιές της του συνέθλιβαν τα πλευρά. Δεν ένιωθε όμως πόνο. Το χέρι του έκλεισε το πρόσωπό της. Μόνο τα μάτια της φαίνονταν πλέον. Είχαν ανοίξει διάπλατα. Αυτός συνέχισε να μπαίνει και να βγαίνει με δύναμη. Τα δέντρα γύρω του αναρρίγησαν. Το φεγγάρι βγήκε για λίγο, αλλά δεν άντεξε και εξαφανίστηκε πίσω από τα μαύρα σύννεφα. Στάλες βροχής άρχισαν να πέφτουν. Το κλάμα του ουρανού. Ένιωθε τα υγρά να μαζεύονται ανάμεσα στα πόδια του. Κοίταξε την κοπέλα. Τα μάτια της είχαν γυρίσει ανάποδα. Το σώμα της σπαρταρούσε από την έλλειψη οξυγόνου. Άφησε το χέρι του κι αυτή την τελευταία της αναπνοή. Άδειασε μέσα της. Η βροχή της έπλενε πρόσωπο και σώμα. Της το μύραινε για το τελευταίο της ταξίδι.

Ανέβηκε την σκάλα. Είχε πετάξει το σκουφί και τα γάντια στο αυτοκίνητο και η βροχή του είχε ξεπλύνει τα μαλλιά. Άνοιξε την πόρτα. Αυτή καθόταν στο καροτσάκι μπροστά από το παράθυρο και χάζευε την βροχή. Έβγαλε από την τσέπη του την ασημένια καρδούλα.

«Μάνα, σου έφερα δώρο…».

Νεκτάριος Μπουτεράκος (άσκηση στο SFF)