Ρόδινο αίμα

Ένιωθε τα βλέφαρά της βαριά, σιδερένια. Ο λήθαργος, από τον οποίον προσπαθούσε να βγει είχε γερές, ατσάλινες αλυσίδες. Ύπνος θανάτου. Τα ρουθούνια της γέμισαν με ένα περίεργο άρωμα. Έναν συνδιασμό από το βαρύ, αλλά οικείο, άρωμα του ρόδου, μαζί με σκόνη και υγρασία. Προς στιγμήν, νόμισε πως την είχαν κλείσει σε τάφο. Το πνιγηρό αυτό αίσθημα κλειστοφοβίας πυροδότησε τις αισθήσεις της και την έκανε να ανοίξει διάπλατα τα μάτια. Η καρδιά της βροντοκοπούσε και τα σωθικά της έκαιγαν. Ένας κόμπος ανέβηκε στον λαιμό της, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να βγει από τα δεσμά του. Έβηξε και μια γεύση σιδήρου πλημμύρισε το στόμα της. Ανασηκώθηκε στο κρεβάτι και κοίταξε σαστισμένη τα κατάλευκα, μεταξωτά σεντόνια. Όσο κι αν προσπαθούσε να ανακαλέσει την μνήμη της, αυτή πεισματικά δεν έβγαινε στην επιφάνεια.

Πέταξε το σεντόνι από πάνω της κι αυτό γλίστρησε στο πάτωμα, σαν τις σκέψεις της που χάνονταν. Φορούσε ένα κατακόκκινο νυχτικό, αέρινο. Άλικο, σαν το αίμα… Διάσπαρτες εικόνες, κόκκινες, αιματηρές κύκλωσαν τον νου της. Κι αυτή η γεύση στο στόμα… Το βλέμμα της έγινε πιο καθαρό. Όλα γύρω της άρχισαν να παίρνουν μια καθορισμένη μορφή. Παλιά έπιπλα, βαριές κουρτίνες, πίνακες με χλωμά, ξεχασμένα πρόσωπα. Ένας τεράστιος καθρέφτης με σκαλιστή κορνίζα στο χρώμα του χρυσού, έστεκε απέναντί της. Τον πλησίασε με μεθυσμένα βήματα από την θολούρα που ακόμα την βασάνιζε. Κοίταξε το είδωλό της. Δεν θύμιζε τίποτα από το ολοζώντανο, φρέσκο κορίτσι που ήξερε παλιά. Αυτό που έβλεπε ήταν το φάντασμα του εαυτού της. Ωχρή, πανιασμένη, λες και είχε επιστρέψει στην ζωή απο τον κάτω κόσμο. Μόνο τα μενεξεδιά της μάτια έλαμπαν ακόμα.

Πήρε μια βαθιά αναπνοή και κοίταξε γύρω της για μια πόρτα. Δεν μπορούσε να θυμηθεί πόσο καιρό ήταν κλεισμένη εκεί μέσα, αλλά έπρεπε να βγει το συντομότερο. Χρειαζόταν καθαρό αέρα. Αριστερά της υπήρχε μια τεράστια, δίφυλλη πόρτα. Με μεγάλους δρασκελισμούς την έφτασε. Κρατήθηκε από το πόμολο για να μην σωριαστεί στο πάτωμα. Δεν είχε συνέλθει ακόμα. Ένιωσε το πορσελάνινο στρογγυλό πόμολο να καίει στα χέρια της. Μάλλον αυτά ήταν εντελώς παγωμένα. Το έστριψε, αλλά η πόρτα παρέμενε κλειστή. Την ταρακούνησε. Έπρεπε να βγει από εκεί μέσα. Μια φωτιά φούντωσε στο στήθος της. Με τις γροθιές της άρχισε να χτυπάει την ξύλινη πόρτα. Χρησιμοποίησε όση δύναμη διέθετε και ούρλιαξε. Καμία απάντηση. Αφέθηκε και γλίστρησε με την πλάτη πάνω στην πόρτα, ώσπου κάθισε ανακούρκουδα στο πάτωμα. Αναφιλητά και λυγμοί έβγαιναν αβίαστα από μέσα της. Αλλά δάκρυ δεν κυλούσε. Ένας ανεπαίσθητος θόρυβος από το πίσω μέρος της κλειδωμένης πόρτας, την έκανε να συνέλθει. Αφουγκράστηκε, κολλώντας το αυτί της στην πόρτα. Ένα μικρό σούρσιμο από φόρεμα άκουσε, κι ένα μικρό γελάκι.

«Ποιός είναι εκει;», φώναξε. «Βγάλτε με από εδώ…». Μα καμία απάντηση. Έκρυψε το πρόσωπό της στα χέρια της κι ευχήθηκε να ξυπνήσει από τον εφιάλτη. Να βρεθεί σε γνώριμο μέρος και με ανθρώπους δικούς της. Μα δεν θυμόταν κανέναν και τίποτα. Ο εφιάλτης συνέχιζε…

Η απελπισία έγινε θυμός. Σηκώθηκε απότομα και στύλωσε αγέρωχα το κορμί της. Κανείς δεν θα την κρατούσε φυλακισμένη εκεί μέσα. Προτιμούσε να πεθάνει προσπαθώντας. Ο χώρος γύρω της ήταν σχεδόν σκοτεινός. Ελάχιστο φως έμπαινε από τις χαραμάδες στα παντζούρια. Έτρεξε προς τα εκεί. Παραμέρισε τις βαριές κουρτίνες μαζί με τους φόβους της. Άνοιξε το παράθυρο, μα το παντζούρι ήταν καρφωμένο με αρκετές χοντρές σανίδες. Επιχείρησε να τραβίξει μια με τα χέρια της. Ήταν αρκετά αδύναμη. Μάλλον είχε μέρες να φάει. Η πείνα της, όμως, ήταν περίεργη, αλλόκοτη. Έδιωξε κάθε άσχετη σκέψη από το μυαλό της. Έπρεπε να επικεντρωθεί στο πρόβλημά της. Πήρε μια βαριά καρέκλα με βελούδινη επένδυση. Την σήκωσε και την πέταξε στο πατζούρι. Η καρέκλα έσπασε, το παντζούρι επέζησε με μια γρατζουνιά. Ένα ουρλιαχτό οργής έσκισε τον πνιχτό αέρα του δωματίου. Κατευθύνθηκε στο κομοδίνο δίπλα από το κρεβάτι. Βρήκε μέσα στο συρτάρι κεριά και σπίρτα. Άναψε δύο από αυτά κι ο χώρος φωτίστηκε ελάχιστα. Το ένα το άφησε στο κομοδίνο και το άλλο το πήρε στα χέρια της. Γύρισε σχολαστικά το δωμάτιο, παρατηρώντας κάθε αντικείμενο. Τα πρόσωπα από τους πίνακες φάνηκαν εχθρικά με το τρεμάμενο φως του κεριού. Όλα ήταν αποστεωμένα, χλωμά, αποστραγγισμένα από κάθε ίχνος ζωής. Πάνω σε ένα κωμό υπήρχε ένα ξύλινο μικρό μπαουλάκι. Το άνοιξε. Ήταν κατάμεστο ακριβά κοσμήματα. Το δωμάτιο άνηκε σε κάποια γυναίκα. Ένα μενταγιόν της έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Το ανάγλυφο έμβλημα της ήταν οικείο. Το έβαλε ασυναίσθητα στην τσέπη του νυχτικού της. Μέσα στο κουτί υπήρχαν και αρκετές φουρκέτες. Πήρε δύο από αυτές και έτρεξε στην πόρτα. Έσπρωξε την μια φουρκέτα στην κλειδαρότρυπα, αλλά βρήκε αντίσταση. Το κλειδί βρισκόταν από την έξω μεριά. Ένιωσε ήδη νικήτρια. Το χαμόγελο φώτησε το λευκό της πρόσωπο. Ξεκρέμασε έναν πίνακα και με γρήγορες κινήσεις έβγαλε τον καμβά από την κορνίζα. Τον έσπρωξε κάτω από την πόρτα, που ευτυχώς είχε μεγάλο άνοιγμα. Χρησιμοποιώντας τις δύο φουρκέτες, άρχισε με σταθερές κινήσεις να στρίβει το κλειδί. Το έσπρωξε σιγά και αυτό έπεσε πάνω στον ζωγραφισμένο καμβά. Τον τράβιξε μέσα και είχε το κλειδί στα χέρια της. Ξεκλείδωσε και βγήκε στον διάδρομο.

Πήρε μια βαθιά αναπνοή γεμίζοντας τα πνευμόνια της με ελευθερία. Τόσο, που ένιωσε να την πονάνε. Κοίταξε δεξιά κι αριστέρα. Μια σκιά διέκρινε με την άκρη του ματιού της στο τέρμα του διαδρόμου. Έστριψε το κεφάλι της και είδε την σκιά να αποτραβιέται. Έτρεξε προς τα εκεί. Μια φιγούρα χανόταν στα σκαλοπάτια. Την ακολούθησε. Το τέρμα της σκάλας έβγαζε σε έναν τεράστιο χώρο φωτισμένο με κεριά. Ένα σαλόνι με βαριά διακόσμηση, σκοτεινό και αποπνικτικό, παρά το μέγεθός του. Απέναντί της στεκόταν ένα μικρό κορίτσι με κατάλευκα μαλλιά. Το πρόσωπό του ήταν κρυμμένο από τις σκιές του χώρου. Έστεκε ακίνητο και περίμενε. Ξεκίνησε με αργά βήματα να την πλησιάζει. Το κορίτσι παρέμενε παγωμένο. Όσο πλησίαζε τόσο καθάριζαν τα χαρακτηριστικά της. Ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο. Δεν είχε τίποτα από το ρόδινο του δέρματος ενός μικρού παιδιού. Αντίθετα ήταν κατάλευκο το πρόσωπό της. Το πιο εντυπωσιακό ήταν τα μάτια της. Γκρίζα ανοιχτά, σχεδόν λευκά κι αυτά. Οι κόρες των ματιών της έχασκαν σαν μικρές τρύπες. Το χαμόγελο του κοριτσιού ήταν αλλόκοτο, άρρωστο.

«Τα κατάφερες… Βγήκες…». Η φωνή της ήταν στεγνή, άδεια από ζωή.

«Που βρίσκομαι;». Η μικρή την πλησίασε πιο πολύ. Ένιωθε πια την αναπνοή της στο πρόσωπό της. Κρύα αναπνοή.

«Μα στο σπίτι σου! Δεν σου αρέσει;». Το γέλιο που βγήκε από το στόμα της ήταν τρομαχτικό.

«Δεν είναι αυτό το σπίτι μου! Εσύ ποιά είσαι;».

«Κι όμως, αυτό είναι πλέον το σπίτι σου. Πρέπει να το δεχτείς! Αλλιώς ο πατέρας θα θυμώσει». Μπορεί η μορφή της να ήταν σχεδόν παιδική, αλλά σίγουρα δεν ήταν παιδί.

«Και ποιός είναι ο πατέρας σου;».

«Ο αφέντης σου! Ο άρχοντάς σου. Κι εσύ θα είσαι η δούλα του…». Για μια ακόμα φορά το φρικιαστικό της γέλιο της γέμισε τον χώρο.

«Εγώ δεν είμαι δούλα κανενός!». Έτρεξε προς την μεγάλη πόρτα. Ήταν αποφασισμένη να φύγει από αυτό το παράξενο σπίτι και από το περίεργο πλάσμα.

Λίγα βήματα πριν από την πόρτα, ένιωσε ένα βάρος να την χτυπάει στην πλάτη και να πέφτει μαζί του στο πάτωμα. Το μικρό κορίτσι με ένα σάλτο είχε σκαρφαλώσει στην πλάτη της και την είχε ρίξει. Γύρισε το κορμί της προσπαθώντας να απομακρύνει το παιδί που είχε πεισματικά γατζωθεί πάνω της. Τα μάτια της μικρής είχαν αλλάξει. Το γκρίζο είχε γίνει μια λεπτή βέρα γύρω από δύο κατάμαυρες τρύπες. Άνοιξε το στόμα της και φάνηκαν τέσσερεις τεράστιοι κυνόδοντες που σημάδευαν τον λαιμό της. Την έπιασε από τους ώμους και προσπαθούσε να την ξεκολήσει από πάνω της, μα η δύναμη της μικρής ήταν λυσσαλέα.

«Αρκετά, Λινέτ, φύγε τώρα…». Η φωνή που ακούστηκε ήταν ήρεμη και μελωδική. Η μικρή πάγωσε. Τα μάτια της άρχισαν να παίρνουν το κανονικό τους σχήμα και τα δόντια της μαζεύτηκαν μέσα στα ροδαλά της ούλα. Χαμογέλασε παγωμένα και με ένα πήδημα βρέθηκε να κρέμεται στα κάγκελα της σκάλας. Ένα ακόμα πήδημα και εξαφανίστηκε στον πρώτο όροφο. «Ναντίν, είσαι καλα;». Ναντίν, αυτό ήταν το όνομά της! Σηκώθηκε, στρώνοντας το νυχτικό στο σώμα της και γύρισε να κοιτάξει τον άντρα που μιλούσε με αυτή την μαγευτική φωνή. Η θέα του την σόκαρε. Όλες οι ομορφιές του κόσμου είχαν αφήσει το σημάδι τους επάνω του. Δεν θα υπήρχε άνθρωπος που θα μπορούσε να αντισταθεί στην σαγήνη του.

«Ποιός είσαι; Γιατί με έχεις κλεισμένη εδώ μέσα;», ψέλλισε με δυσκολία τις λέξεις.

«Γλυκιά μου Ναντίν, εσύ μόνη σου ήρθες! Δεν θυμάσαι;». Όσο μιλούσε την πλησίαζε με αργά βήματα. Το σώμα της είχε μουδιάσει. Δεν το έλεγχε πλέον. Είχε αφεθεί στην γοητεία του. Την πήρε στα χέρια και την φίλησε με πάθος. Η Ναντίν ένιωσε τα ακροδάχτυλά της να τρέμουν. Αν της το πρόσταζε, θα πέθαινεεκεί στην αγκαλιά του.

«Γιατί δεν θυμάμαι;», ρώτησε μόλις το στόμα του ξεκόλλησε από το δικό της.

«Αλλάζεις! Το παρελθόν σου πλέον δεν σου ανήκει. Δεν υπάρχει λόγος να ασχολείσαι με αυτό. Τώρα γίνεσαι κάτι καλύτερο. Πιο δυνατό! Αφέσου! Ξέχνα τις αντιστάσεις σου…». Ναι, αυτό έπρεπε να κάνει, να αφεθεί. Όμως, μια φλόγα που έκαιγε μέσα της δεν την άφηνε. Μια μικρή φωνή από τα βάθη των εσώψυχών της, της κέντριζε το μυαλό. Το γυναικείο της μυαλό άρχισε να δουλεύει γρήγορα. Ήξερε τι έπρεπε να κάνει…

«Πάμε…», του είπε χαμογελώντας και τον έπιασε από το χέρι. Αυτός την ακολούθησε. Ανέβηκαν στο δωμάτιο που την είχε κλειδωμένη. Τον προσπέρασε και στάθηκε μπροστά από το κρεβάτι. Τον κοίταξε μέσα στα μενεξεδένια μάτια του, όμοια με τα δικά της, και με γρήγορες κινήσεις αποδεσμεύτηκε από το νυχτικό που κάλυπτε το σώμα της. Έστεκε γυμνή μπρος στην θωριά του. Αυτός την πλησίασε και την έπιασε από τους ώμους. Την έσπρωξε ελαφρά προς τα κάτω. Η Ναντίν ξάπλωσε στο κρεβάτι. Τον κοιτούσε καθώς έβγαζε τα ρούχα του. Το κορμί του φαινόταν δυνατό, αντρικά πλασμένο. Οι φλόγες των κεριών έλαμπαν πάνω στην αλαβάστρινη επιδερμίδα του. Τον άφησε να χαθεί μέσα της. Ο έρωτάς του έγινε δυνατός, σχεδόν βίαιος. Δεν αντέδρασε. Ούτε κι όταν ένιωσε τα δόντια του να της σκίζουν την βάση του λαιμού της. Την πρώτη φορά που το είχε νιώσει ήταν πόνος δυνατός. Τώρα μόνο ηδονή έπαιρνε από αυτό. Η θύμηση, σαν μυρμήγκιασμα της μούδιασε το μυαλό. Αυτός της είχε στερήσει την ζωή. Τα ούλα της άρχισαν να καίνει. Ένιωσε το μαλακό κομμάτι τους να σκίζεται και τα δόντια της να την πιέζουν. Η ακαθόριστη πείνα που ένιωθε από νωρίς, έγινε λαιμαργία. Αδυσώπητη ορμή. Τα δόντια της κάρφωσαν τον λαιμό του. Μια μυρωδιά αδρεναλίνης και αίματος μπλέχτηκαν στα ρουθούνια της. Το καυτό υγρό κυλούσε μέσα της. Εκείνη την στιγμή ο οργασμός του άντρα ήρθε σαν λαίλαπα που χύθηκε στα σωθικά της. Μα η Ναντίν συνέχισε να πίνει. Δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα χείλη της από πάνω του. Με δύναμη την πέταξε από πάνω του. Η Ναντίν με τη γλώσσα της καθάρισε από τα δόντια της κάθε ίχνος από το αίμα του. Τον κοίταξε με τα κατακόκκινα από το πάθος μάτια της. Είχε καταφέρει να τον θυμώσει. Ο θυμός για έναν άντρα είναι και η αδυναμία του.

«Σκύλα! Ήπιες από το αίμα μου! Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό…», της έφτυσε στα μούτρα καθώς σηκωνόταν από το κρεβάτι. Το πρόσωπό του είχε παραμορφωθεί από οργή. Σαν να ‘χαν αποστραγγιχτεί τα νιάτα του και η ομορφιά του μέσα σε μια στιγμή. Η Ναντίν δεν έχασε ευκαιρία. Σαν αρπαχτικό έπεσε πάνω του. Τα νύχια της γίνανε καρφιά που τον ξέσκιζαν. Χώθηκαν βαθιά στις σάρκες του κι έκοβαν κομμάτια. Ήταν, όμως, αρκετά δυνατός. Με μια του κίνηση την πέταξε στον απέναντι τοίχο. Το σώμα της έπεσε πάνω στο κωμό και βρέθηκε σε μια περίεργη στάση στο πάτωμα. Το χέρι της πρέπει να είχε βγεί από τον ώμο της, γιατί το είχε πλακώσει με το σώμα της. Ο πόνος για μια στιγμή ήταν οξύς και την έκανε να ουρλιάξει. Γύρισε και τον κοίταξε. Οι πληγές που του είχε κάνει στο σώμα εξαφανίζονταν αργά, σαν να τις έσβυνε μια γόμα θεϊκή. Μα και η ίδια δεν ένιωθε πλεον πόνο. Με μια κίνηση τοποθέτησε το χέρι της στον ώμο της, σαν μην είχε συμβεί ποτέ.

«Θα σε σκοτώσω μπάσταρδε!», γάβγισε η Ναντίν και για μια ακόμα φορά όρμησε με λύσσα πάνω του. Με μια γρήγορη κίνηση την έπιασε από τον λαιμό και την σήκωσε ψηλά. Τα δάχτυλα των ποδιών της μάταια αναζητούσαν το πάτωμα για να γλιτώσει τον πνιγμό. Ένιωθε τον λαιμό της να συνθλίβεται από την δύναμη του άντρα.

«Όσο και να προσπαθούμε πλέον να σκοτώσουμε ο ένας τον άλλον δεν θα τα καταφέρουμε. Μπορεί να κέρδισες αυτή την μάχη, αλλά τον πόλεμο θα τον κερδίσω εγώ. Είμαι πιο δυνατός και πιο έμπειρος. Η ελευθερία σου έφυγε μαζί με την ζωή σου». Την πέταξε στο κρεβάτι και βγήκε από το δωμάτιο. Η Ναντίν, νιώθοντας τον αέρα να ξαναγεμίζει τα πνευμόνια της, ανακάθισε πάνω στο κρεβάτι. Τα μάτια της έλαμψαν από μίσος. Δεν είχε πει ακόμα την τελευταία της κουβέντα.

Από τις χαραμάδες των παντζουριών διέκρινε πως το σούρουπο είχε απλωθεί. Νυχοπατώντας, έφτασε την πόρτα της κάμαράς της. Έστησε το αυτί της και προσπάθησε να πιάσει τους θορύβους έξω. Ο γνωστός, άγνωστος άντρας δεν είχε ξανακάνει την εμφάνισή του. Αθόρυβα βγήκε στον διάδρομο. Δίπλα από την σκάλα, που κατέβαινε στο σαλόνι, υπήρχε ένα μικρό άνοιγμα και μια μικρή στενή ακόμα σκάλα, που ανέβαινε στον επάνω όροφο. Βρέθηκε μπροστα σε μια σοφίτα. Κιβώτια, σκονισμένα έπιπλα, μικρές βιβλιοθήκες με αιωνόβια βιβλία, ήταν οι άψυχοι κάτοικοι της. Ένα ξύλινο αλογάκι βρισκόταν παρατημένο σε μια γωνία. Με τα ακροδάχτυλά της το κούνησε. Ύστερα από δεκαετίας ακινησίας, άρχισε τον μαγικό χορό του πηγαίνοντας μπρος πίσω. Στα βάθη του μυαλού της η Ναντίν άκουσε γέλια και φωνές. Σαν σε ομίχλη είδε ένα μικρό κοριτσάκι να κουνιέται πάνω στο άλογο κι ένα αγοράκι να στέκει δίπλα και να γελάει. Η άκρη του χειλιού της συσπάστηκε και η εικόνα έφυγε όσο ξαφνικά ήρθε. Το κεφάλι της την πίεζε.

Η σανίδα, που το αλογάκι ακουμπούσε κατά το ασταμάτητο πέρα δώθε του, έτριζε περίεργα. Κοίταξε χαμηλά και είδε πως υπήρχε ένα μεγαλύτερο κενό, συγκριτικά με τις άλλες σανίδες. Κάθησε στα γόνατά της και έβαλε το χέρι της μέσα. Την τράβιξε κι αυτή βγήκε με μεγάλη ευκολία. Ψαχούλεψε, ώσπου έπιασε ένα κομμάτι ύφασμα. Ένιωσε πως μέσα του έκρυβε κάτι συμπαγές. Το έβγαλε από την τρύπα και ξεδιπλώνοντας το φθαρμένο ύφασμα φάνηκε ένα παλιό βιβλίο. Το φως δεν επαρκούσε για να διαβάσει το περιεχόμενο κι έτσι το πήρε μαζί στην κάμαρά της.

Το βιβλίο είχε ένα σκαλιστό έμβλημα πάνω του, που η Ναντίν κάπου είχε ξαναδεί. Στην άκρη του υπήρχε μια μικρή κλειδαριά. Δεν άνοιγε και κλειδί δεν υπήρχε. Προσπάθησε με βία να το ανοίξει, αλλά το εξώφυλλο ήταν αρκετά σκληρό για να σκιστεί. Από τα νεύρα της χτήπησε με δύναμη τα πόδια της με τις παλάμες της. Το δεξί της χέρι βρήκε πάνω σε ένα σκληρό αντικείμενο, που υπήρχε στην τσέπη του νυχτικού της. Θυμήθηκε πως εκεί είχε κρύψει το μενταγιόν. Το έβγαλε και το παρατήρησε. Είχε το ίδιο έμβλημα με το βιβλίο. Η Ναντίν προσπάθησε να το ανοίξει. Από μέσα κύλησε ένα μικρό κλειδάκι. Το δοκίμασε στο βιβλίο και ταίριαζε απόλυτα. Ήταν ένα ημερολόγιο το οποίο μοσχοβολούσε ρόδο. Στο άρωμά του μια ακόμα ανάμνηση αναδύθηκε από τα άδυτα του μυαλού της. Μια γυναίκα με τρυφερό, καλοσυνάτο πρόσωπο, η οποία κράταγε στην αγκαλιά της δύο παιδιά, ένα κορίτσι κι ένα αγόρι. Η αγάπη της ξεχύλιζε από τα μάτια της, όταν τα κοιτούσε. Τα πάντα πάνω της μύριζαν ρόδο. Άλλος ένας δυνατός πόνος στο κεφάλι την έκανε να χάσει κι αυτή την εικόνα. Έφερε το κερί κοντά κι άρχισε να διαβάζει αποσπάσματα από το ημερολόγιο.

«…Δεν μου αρέσει καθόλου το καινούργιο μας σπίτι. Κάτι κακό τριγυρίζει εδώ μέσα. Φοβάμαι! Και ο Μπρετόν φέρεται πολύ περίεργα τις τελευταίες μέρες. Πρέπει να προστατέψω τα παιδιά μου, τα δίδυμά μου…».

Το κεφάλι της άρχισε να πονάει περισσότερο. Σκόρπιες αναμνήσεις, θολές εικόνες, φιγούρες χωρίς πρόσωπα πλανιώνταν στο μυαλό της, προσπαθώντας να μπουν σε μια θέση. Ξεφύλλισε το ημερολόγιο και στάθηκε σε μια άλλη σελίδα.

«…Πρέπει να κάνω κάτι γρήγορα. Ο Μπρετόν έχει ήδη μεταμορφωθεί. Ο γιος μου, ο μονακριβός μου, δεν λέει να ξεκολλήσει από τον πατέρα του. Κι αυτός δεν τον αφήνει. Με απειλεί με την ζωή του. Πρέπει τουλάχιστον να σώσω την κόρη μου. Να την στείλω μακριά. Σήμερα κιόλας…».

Τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν. Οι εικόνες στο μυαλό της άρχισαν να παίρνουν μορφή. Μια βαλιτσούλα στο χέρι… Ένα τρένο που σφύριζε… Το χέρι μιας γυναίκας να την κρατάει σφιχτά… Και μια άλλη γυναίκα να την σφίγγει στην αγκαλιά της και να την μουσκεύει με τα δάκρυά της. Μύριζε ρόδο η γυναίκα. Πανικός την κυρίευσε. Άρχισε να γυρίζει ακατάστατα τις σελίδες ψάχνοντας ονόματα. Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Πήρε μια βαθιά αναπνοή και άνοιξε το πρώτο φύλλο.

«… Στεκόμαστε μπροστά στο νέο μας σπίτι. Είμαι πολύ χαρούμενη. Μια νέα ζωή απλώνεται μπροστά μας. Ένα νέο ημερολόγιο ανοίγει με αυτή τη ζωή. Είμαι πολύ ευτυχισμένη με τον Μπρετόν. Μα πιο πολύ γεμάτη νιώθω με τα δύο μου παιδιά, τα δίδυμά μου, τον Άλεκ και την Ναντίν…».

Το ημερολόγιο γλίστρησε από τα χέρια της. Οι αναμνήσεις γίναν δίκοπα μαχαίρια και πλήγωναν την σκέψη της. Αδημονούσε τόσο πολύ να δει τον αδελφό της τον Άλεκ μετά από τόσα χρόνια μακριά του. Όταν έμαθε την ύπαρξή του από την ετοιμοθάνατη θεία της, πήρε το πρώτο τρένο και επέστρεψε στην γεννέτηρά της. Έφτασε στο πατρικό της σπίτι και βρέθηκε να χτυπά γεμάτη λαχτάρα την πόρτα στο κατώφλι του. Και η λαχτάρα αυτή έγινε αίμα πηχτό, όταν το καλωσόρισμα του αδελφού της ήταν ο ίδιος ο θάνατος. Της χάρισε την αθάνατη ζωή ενός βρυκόλακα, αιμοδιψή και άψυχου. Εκείνη την στιγμή κατάλαβε, γιατί δεν κυλούσαν δάκρια από τα μάτια της. Το μόνο που αισθανόταν ήταν μίσος για τον ίδιον της τον αδελφό, μίσος για όσα της στέρησε, μίσος για την αιμομιξία που άφησε να διαπράξει. Το τρέμουλο είχε πλέον περάσει. Το πρόσωπό της πέτρωσε. Μια σκιά το κάλυψε. Με σταθερά τα χέρια γύρισε στην τελευταία σελίδα του ημερολογίου. Την διάβασε ολόκληρη. Την λύση την έδινε η ίδια της η νεκρή μάνα. Ένα χαμόγελο πικρό φώτισε το πρόσωπό της. Η απόφαση είχε παρθεί!

Το ξημέρωμα ήρθε γρήγορα. Η Ναντίν δεν είχε ανάγκη από ύπνο. Οι χαραμάδες γέμισαν με φως. Ήξερε πλέον από τα λεγόμενα της μάνας της πως το φως του ηλίου δεν τους έκανε κακό, όπως έλεγαν οι μύθοι. Ο αδελφός της είχε ασφαλίσει το σπίτι για άλλους λόγους. Το είχε μετατρέψει σε φυλακή, ώστε να μην μπορεί να διαφύγει κανείς από εκεί. Ούτε τα ίδια του τα παιδιά, σαν το μίασμα που της είχε επιτεθεί στο σαλόνι. Άνοιξε την ντουλάπα και διάλεξε το πιο φανταχτερό φόρεμα που βρήκε. Χτένισε το κατακόκκινο μαλλί της και έβαψε τα χείλη της με το πιο αιματηρό χρώμα. Κατέβηκε στο σαλόνι. Ο Άλεκ καθόταν σε μια πολυθρόνα και διάβαζε ένα βιβλίο. Την είδε και το μάτι του έλαμψε.

«Ηρέμησε η ομορφιά μου;».

«Ναι… Θέλω να σου ζητήσω συγνώμη για την χτεσινή μου συμπεριφόρα». Τον πλησίασε και τον έπιασε από το πρόσωπο. Του σφράγισε τα χείλη με ένα φιλί. Αυτός αφέθηκε. Με το χέρι της ψαχούλευε κάτι στην πλάτη της, όσο τον φιλούσε. Με δύναμη του κάρφωσε ένα ασημένιο μαχαίρι στο στήθος. Ο Άλεκ μόρφασε από τον πόνο. Και οι δυό τους πλημμύρισαν με το αίμα του. Η Ναντίν τον άφησε στην καρέκλα κι έτρεξε στην σκάλα. Ανέβηκε μέχρι την σοφίτα. Πήγε στο σημείο που είχε βρει το ημερολόγιο της μητέρας της. Έχωσε το χέρι στην τρύπα και τράβηξε ένα μπουκάλι. Μέσα σε λίγα λεπτά έφτασε κι ο Άλεκ.

«Πουτάνα! Πίστεψες πως θα με σκοτώσεις με το μαχαίρι; Γελάστηκες!».

«Όχι, βέβαια, να σε καθυστερήσω ήθελα μόνο…». Ο Άλεκ την είχε πλησιάσει. Η Ναντίν τότε έριξε πάνω του μέρος από το περιεχόμενο του μπουκαλιού και με το υπόλοιπο έλουσε τον εαυτόν της.

«Τι είναι αυτό; Τι μου έριξες;».

«Δεν σου θυμίζει τίποτα η μυρωδιά; Ροδόνερο είναι αγαπημένε μου. Μόνο που αυτό είναι ένα ιδιαίτερο ροδόνερο. Φτιαγμένο με αγιασμό». Ο Άλεκ άρχισε να γελά σαν παράφρονας.

«Γλυκειά μου, κανένας από όσους μύθους έχεις ακούσει δεν ισχύει. Είναι πολύ δύσκολο να πεθάνει ένας βρυκόλακας. Ιδίως αν έχει γίνει από αίμα καθαρό. Όπως αυτό του πατέρα του».

«Δύσκολο, αλλά όχι ακατόρθωτο. Ο συνδιασμός αίματος, αγιασμού και ηλίου κάνει την διαφορά…». Τον άρπαξε και με δύναμη πετάχτηκαν έχω από το φθαρμένο παράθυρο της σοφίτας. Αγκαλιά και οι δύο. Στροβιλίστηκαν στον αέρα, μα μέχρι να φτάσουν στο έδαφος είχαν γίνει και οι δύο σκόνη, στάχτη. Η μόνη λέξη που ακούστηκε στον αέρα ήταν η λέξη «…αδελφέ!»…

Νεκτάριος Μπουτεράκος

Από τον Διαγωνισμό Πλοτς#2 του SFF