Μάρκους και Μελίτα

Το κλάμα του δάσους

 

Πολύ ησυχία είχε το δάσος. Πίσω από ένα γέρικο δέντρο εμφανίστηκε ένα κεφάλι με δύο μυτερά αυτία. Από την άλλη μεριά του δέντρου ένα ακόμα κεφάλι. Κοιτάνε δεξιά κι αριστερά και μετά τρέχουν στο ξέφωτο. Είναι ο Μάρκους και η Μελίτα, δύο ξωτικά του δάσους.

          Μελίτα που είναι τα ζώα, ρώτησε απορημένος ο Μάρκους.

          Δεν ξέρω Μάρκους. Εδώ και πολύ καιρό δεν παίζουν πια. Δείχνουν όλα τόσο λυπημένα.

          Μα, σήμερα δεν έχουν βγει ούτε από την φωλιά τους. Τι να συμβαίνει;

          Εγώ λέω να ανεβούμε στο δέντρο και να χτυπήσουμε στον Φλίπ.

          Πάμε.

Μια και δυό, σκαρφαλώνουν στο ψηλό, γέρικο δέντρο. Σε ένα μεγάλο κλαρί σταματάνε. Η Μελίτα τότε χτυπάει τρείς φορές τον κορμό. Με έναν μαγικό τρόπο το κομμάτι του κορμού ανοίγει σαν πόρτα. Εμφανίζεται το κεφάλι ενός σκίουρου. Τα μάτια του ήταν πολύ λυπημένα και οι κινήσεις του αργές, βαριεστημένες.

          Καλημέρα Φλιπ, είπε χαμογελώντας η Μελίτα.

          Γεια σας μικρά μου ξωτικά. Ποιός καλός άνεμος σας έφερε εδώ;

          Έχουν εξαφανιστεί όλα τα ζώα του δάσους. Ξέρεις τι συμβαίνει; Ρώτησε ο Μάρκους με λυπημένο βλέμμα.

          Καθίστε μικροί μου φίλοι να σας πω μια ιστορία.

Τα δύο ξωτικά κάθισαν στον κορμό του δέντρου κρεμώντας τα μικρά τους ποδαράκια από το κλαρί. Βγήκε και ο σκίουρος από την πόρτα του και κάθισε στα πίσω πόδια του, έτοιμος να αφηγηθεί την ιστορία του.

Πριν πολύ καιρό το δάσος μας ήταν μέσα στην ζωντάνια. Χαρούμενα τα ζώα έτρεχαν και έπαιζαν παντού και το δάσος ήταν φωτεινό και χαρούμενο. Νεράιδες και ξωτικά χόρευαν στα ξέφωτα και κάθε μέρα είχαν πανηγύρια και χαρές. Παιδιά από την διπλανή μας πόλη έρχονταν συνέχεια στο δάσος για να παίξουν και να δώσουν με το γέλιο τους και την χαρά τους, ζωή σε όλους μας. Τα παιδιά ήταν αυτά που κρατούσαν το δάσος ζωντανό και τα ζώα χαρούμενα. Ξαφνικά, όμως, τα παιδιά σταμάτησαν να έρχονται. Για πολλές μέρες όλα τα πλάσματα αναρωτιόντουσαν το τι να συμβαίνει. Κανείς δεν τολμούσε να πάει στην πόλη για να δει τι γίνεται. Μια νεράιδα τότε, βρήκε το θάρρος και αποφάσισε να πάει εκεί. Μεταμφιέστηκε σε κορίτσι και ξεκίνησε το ταξίδι της. Όταν έφτασε και αντίκρισε την πόλη έτρεμε από τον φόβο της. Θόρυβος, σκουπίδια, φωνές και ένα μαύρο σύννεφο στον ουρανό να κρύβει το φως. Κατάπιε τον φόβο της και μπήκε μέσα. Μόνο μεγάλοι κυκλοφορούσαν στους δρόμους, κανένα παιδί. Έτρεχαν να προλάβουν τις δουλειές τους, χωρίς να δώσουν καμία σημασία στην νεράιδα μας. Όπως περπατούσε σε ένα στενάκι είδε ένα πρόσωπο μικρού παιδιού να την παρακολουθεί, κρυμμένο πίσω από τενεκέδες και αυτοκίνητα. Του κρύφτηκε σε μια γωνία και όπως βγήκε ο μικρός για να δει που πήγε η φίλη μας, τον έπιασε από τα χέρια και τον σταμάτησε. Τον ρώτησε γιατί την ακολουθούσε αλλά ο μικρός δεν μίλαγε. Φαινόταν φοβισμένος. Το πρόσωπό του ήταν κατάμαυρο και τα ρούχα του σκισμένα. Η νεράιδα μας τότε τον ρώτησε που βρίσκονται τα υπόλοιπα παιδία. Ο μικρός τότε αποφάσισε να μιλήσει. Τον έλεγαν Αντόν. Της είπε πως πριν καιρό εμφανίστηκε ο άρχοντας Ντερνέτιος μαζί με την μάγισσα Λεόρα. Υποχρέωσαν όλους τους μεγάλους να κλείσουν τα παιδιά τους μέσα στο σπίτι. Δεν τα άφηναν να βγουν και να παίξουν. Η μόνη τους ασχολία πλέον ήταν να κάθονται μπροστά σε οθόνες και να παίζουν με ψεύτικα παιχνίδια. Όλες αυτές οι οθόνες είναι συνδεδεμένες με έναν μεγάλο μαύρο πύργο, που βρίσκεται στο πίσω μέρος της πόλης. Εκεί η μάγισσα Λεόρα, κάνει ξόρκια και μαγεύει με τις ψεύτικες ιστορίες, που δημιουργεί στις οθόνες, τα μυαλά των παιδιών. Δεν θέλουν πλέον ούτε τα ίδια να βγαίνουν να παίζουν, δεν πάνε ούτε στο δάσος. Έχουν ξεχάσει τα ζώα, τα ξωτικά και τις νεράιδες και ασχολούνται μόνο με τις οθόνες τους. Η νεράιδα τότε τον ρώτησε πως και δεν βρίσκεται στο σπίτι του και κυκλοφορεί στο δρόμο. Ο μικρός της απάντησε πως κατάφερε να γλιτώσει από τα δίχτυα του Άρχοντα και της μάγισσας και κρύφτηκε στους υπονόμους της πόλης. Εκεί βρίσκονταν κι άλλα παιδιά που δεν τολμούσαν να βγουν στους δρόμους, από φόβο μήπως και τους δουν οι φρουροί του άρχοντα. Αυτά μας είπε η νεράιδα όταν γύρισε. Κανείς μας δεν έχει όμως την δύναμη να πάει και να τα βάλει με το κακό. Όλοι έπεσαν σε κατάθλιψη, γιατί χάθηκε η ζωή που έδιναν τα παιδιά στο δάσος.

Τα ξωτικά είχαν μείνει με το στόμα ανοιχτό. Κάτι έπρεπε να κάνουν για να σώσουν το δάσος και τα παιδιά. Ευχαρίστησαν τον Φλιπ και κατέβηκαν από το δέντρο. Ο Μάρκους τότε έκανε μια τούμπα κι έμεινε με το κεφάλι στο πάτωμα και τα πόδια ψηλά.

          Τι κάνεις εκεί, τον ρώτησε η Μελίτα.

          Σκέφτομαι.

          Έτσι σκέφτεσαι εσύ;

          Ναι.

          Καλά. Αν σου έρθει καμιά ιδέα πες μου.

          Μου ήρθε. Είδες ότι πιάνει αυτό; Είπε ο Μάρκους και με ένα πήδημα γύρισε στα πόδια του.

          Για πες μου κι εμένα.

          Έχω μια ιδέα, αλλά για να σιγουρευτώ θα πρέπει να πάμε στον πύργο του Ντερνέτιους.

          Μόνοι μας; Φοβάμαι Μάρκους.

          Μην φοβάσαι τίποτα.

Κίνησαν να πάνε στον πύργο. Έτσι μικροκαμωμένοι που ήταν, διέσχισαν την πόλη και κανένας δεν τους πήρε είδηση. Έφτασαν μπροστά στον Πύργο. Ήταν τεράστιος και κατάμαυρος, με ένα μεγάλο μαύρο σύννεφο να βγαίνει από την κορυφή του και να απλώνεται σε όλη την πόλη. Ο ήλιος κρυβόταν πίσω από το σύννεφο, με αποτέλεσμα να μην καταλαβαίνεις πότε είναι μέρα και πότε νύχτα. Μπήκαν από την καγκελόπορτα και πριν μπουν μέσα τον γύρισαν όλο, μήπως και δουν κάτι ύποπτο. Το μόνο που ανακάλυψαν στο πίσω μέρος ήταν τεράστια καλώδια, που χανόντουσαν στον ορίζοντα. Μπήκαν κρυφά από ένα μικρό παράθυρο και βρέθηκαν στο εσωτερικό. Προσπαθώντας να μην τους δει κανείς ανέβηκαν την τεράστια στριφογυριστή σκάλα του πύργου και κατέληξαν σε μια μεγάλη αίθουσα. Εκεί ήταν ο Ντερνέτιος και η Λεόρα. Η Μάγισσα είχε βάλει τα χέρια της πάνω σε ένα ταμπλό. Σαν να ήταν συνδεδεμένη μαζί του. Σπίθες έβγαζαν τα μάτια και τα χέρια της. Μπροστά της ήταν μια οθόνη, ανά δευτερόλεπτο άλλαζε εικόνα δείχνοντας πρόσωπα παιδιών να κοιτάνε την μάγισσα. Έτσι τα έλεγχε. Τα μάτια του Ντερνέτιου τότε έπεσαν προς το μέρος τους. Η Μελίτα από τον τρόμο της έβγαλε μια μικρή κραυγή. Την άκουσε ο άρχοντας και έτρεξε προς τα εκεί. Τα ξωτικά το έβαλαν στα πόδια. Τρέχοντας όμως η Μελίτα παραπάτησε κι έπεσε. Την άρπαξε τότε με τα δάχτυλά του ο Ντερνέτιος και την σήκωσε στον αέρα. Ο Μάρκους πρόλαβε και κρύφτηκε πίσω από μια πόρτα. Είχε μείνει πλέον μόνος και δεν ήξερε τι να κάνει. Προτού να μαζευτούνε οι φρουροί είχε προλάβει και είχε βγεί από τον πύργο.

Λυπημένο το μικρό ξωτικό, που έχασε την φίλη του, κατευθύνθηκε προς την πόλη. Θυμήθηκε την ιστορία του σκίουρου και άρχισε να ψάχνει για το μικρό παιδί. Μπήκε σε έναν υπόνομο και άρχισε να τρέχει. Τότε είδε ένα μικρό κοριτσάκι. Το πλησίασε και με σιγανή φωνή την ρώτησε για τον Αντόν. Το κορίτσι δεν φοβήθηκε με το ξωτικό. Αντίθετα χαμογέλασε. Το πήρε στο χέρι της και έτρεξε στον λαβύρινθο των υπονόμων. Σε λίγο βρίσκονταν μπροστά στον Αντόν. Ο Μάρκους του είπε τα πάντα. Του ζήτησε την βοήθειά του. Έπρεπε να μαζευτούν όλα τα παιδιά και να πολεμήσουν ενάντια στον άρχοντα και την μάγισσα. Πρώτα έπρεπε όμως να βρουν ένα σχέδιο. Ο Αντόν στάθηκε στα καλώδια που είχε δει ο Μάρκους. Σίγουρα αυτά κατέληγαν στον μεγάλο σταθμό ενέργειας που βρισκόταν πίσω από τον πύργο και παρέχει ηλεκτρισμό σε όλη την πόλη. Αν κατάφερναν να κλείσουν την παροχή ηλεκτρισμού τότε αυτό θα αποδυνάμωνε τον Ντερνέτιο και την Λεόρα. Ξεκίνησαν όλοι για τον σταθμό ενέργειας.

Στον δρόμο όλα τα παιδιά μάζευαν πέτρες και ξύλα για να αντιμετωπίσουν τους φρουρούς. Το σκοτάδι είχε πέσει, οπότε κινούνταν πιο ελεύθερα. Φτάνοντας όμως στον πύργο τους πήραν είδηση οι φρουροί. Άρχισαν να τους κυνηγούν. Τα παιδία τους πέταγαν ότι είχαν μαζέψει από τον δρόμο. Κατάφεραν και εξουδετέρωσαν πολλούς. Υπερείχαν όμως σε αριθμό και αιχμαλώτισαν πολλά παιδιά. Ο Αντόν όμως με τον Μαρκους κατάφεραν να φτάσουν στον σταθμό. Μπήκαν μέσα και είδαν πολλούς από τους φρουρούς του Ντερνέτιου να χειρίζονται τα μηχανήματα. Είχαν δέσει και φιμώσει όλους τους εργάτες του σταθμού. Το παιδί και το ξωτικό ανέλαβαν δράση. Σε λίγη ώρα είχαν κατορθώσει να λύσουν όλους τους εργάτες, χωρίς οι φρουροί να πάρουν είδηση. Οι εργάτες τότε όρμησαν στους φρουρούς και τους εξολόθρευσαν. Ο Αντόν εξήγησε τότε πως πρέπει να κόψουν την παροχή ρεύματος. Κι αυτό έγινε.

Όλη η πόλη βυθίστηκε στο σκοτάδι. Η Λεόρα αποσυνδέθηκε από τις οθόνες κι έπεσε λιπόθυμη στο πάτωμα. Ο Ντερνέτιος αποδυναμώθηκε εντελώς. Έγινε ένας αδύναμος γέρος που δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια του. Ο Αντόν και ο Μάρκους έφτασαν στον πύργο. Η Μελίτα ήταν κλεισμένη σε ένα κλουβί. Την έβγαλαν κι έκλεισαν στο μπουντρούμι του πύργου τον άρχοντα και την μάγισσα. Ήταν και οι δύο πολύ αδύναμοι για να αντισταθούν.

Το σύννεφο έφυγε από την πόλη. Πλέον έβλεπες χρωματιστούς κήπους και χαρούμενα πρόσωπα. Το δάσος γέμισε ζωή. Τα παιδιά έτρεχαν, έπαιζαν και χόρευαν όπως και παλιά μαζί με τα ζώα, τα ξωτικά και τις νεράιδες. Ο Αντόν μαζί με τον Μάρκους και την Μελίτα παρακολουθούσαν το φωτισμένο δάσος με ένα τεράστιο χαμόγελο. Ο σκίουρος Φλιπ τραγουδούσε με ζωντάνια στην κορφή του δέντρου του.

 

Νεκτάριος Μπουτεράκος

Πρώτη απόπειρα για παραμύθι