Η πρόποση

 

Άνοιξε τον φούρνο, που είχε ήδη προθερμάνει, μάλλον παρακάψει από την αφηρημάδα της, και έβαλε μέσα την γάστρα με το σοφρίτο, συνταγή οικογενειακή Κερκυραϊκή, που κληρονόμησε  από την μάνα της. Και η μάνα της την είχε πάρει από την δικιά της και σόι πάει το Βασίλειο. Έκλεισε την πόρτα του φούρνου και στάθηκε μπροστά, βάζοντας τα χέρια στην λεπτή της μέση. Τα νεύρα της είχαν γίνει κρόσια. Περίμενε τηλέφωνό του εδώ και μια ώρα και αυτός άφαντος. Είχε πάει να ξεβουλώσει μια μπανιέρα. Έτσι το λένε τώρα. Άλλη τρύπα θα ξεβούλωνε αυτή τη στιγμή. Η νευρικότητά της είχε φτάσει στο ζενίθ. Για τρίτη φορά πήρε το σφουγγάρι, το γέμισε χλωρίνη και άρχισε να καθαρίζει τον νεροχύτη. Έφερε στο μυαλό της το πρόσωπό του και άρχισε να τρίβει με μανία. Τα νύχια της μάτωσαν από την πίεση αλλά αυτή χαμπάρι. Έτριβε, έτριβε και πάλι έτριβε. Προσπαθούσε να τον σβήσει από το μυαλό της με το τρίψημο αλλά δεν το κατάφερε.

                Το γδάρσιμο του νεροχύτη διέκοψε το κουδούνισμα του κινητού της. Το σφουγγάρι πετάχτηκε στον αέρα. Έτρεξε πανικόβλητη να βρει το κινητό της. Δεν πρόσεξε όμως τη σφουγγαρίστρα, που είχε ξεχάσει δίπλα στην τραπεζαρία, με την οποία είχε περάσει τον χώρο τουλάχιστον 10 φορές από το πρωί. Την πάτησε, γλίστρησε και βρέθηκε στο πάτωμα με τα πόδια ψηλά. Πόνο δεν ένιωσε. Το μόνο που πέρασε από το μυαλό της ήταν η εικόνα μιας απεγνωσμένης νοικοκυράς και τον αγαπητικός της να της ξεβουλώνει με μανία την… μπανιέρα. Μάλλον θα βρισκόταν στην ίδια ακριβώς στάση. Η διαφορά θα ήταν πως από πάνω της θα ήταν ο Λυσίμαχος. Σηκώθηκε από τον πάτωμα μαζί με την ισοπεδωμένη περιφάνειά της και πήγε στον καναπέ του σαλονιού, που είχε πεταμένο το κινητό. Ακόμα χτύπαγε.

          Που είσαι ρε ντροπή της στέπας; Άφριζε από μανία καθώς έφτυσε σχεδόν την ερώτηση. Βέβαια, δεν είδε καν ποιός την είχε καλέσει.

          Πόπη, η Στέλλα είμαι. Τι έγινε;

          Α, εσύ; Νόμζα πως ήταν ο δικός μου. Συγγνώμη Στέλλα μου.

          Τι σου έκανε και τον βρίζεις;

          Τα ίδια κούκλα μου. Όμως εγω δεν είμαι η Πηνελόπη του Οδυσσέα, για να τον περιμένω καρτερικά να επιστρέψει στην Ιθάκη του. Θα του κάνω την μούρη κρέας.

          Θα μου εξηγήσεις ή όχι;

          Έχει πάει να ξεβουλώσει μια μπανιέρα. Όμως, είμαι σίγουρη πως άλλη τρύπα ξεβουλώνει.

          Σύνελθε ρε Πόπη, έχεις ξεφύγει.

          Αρκετά ανέχτηκα από δαύτον, μα την εποχή που ετοιμάζουμε τον γάμο μας να μου κάνει τέτοια;

          Στο μυαλό σου είναι όλα.  Τέλοσπάντων, θα τα πούμε στο γυμναστήριο το απόγευμα έτσι; Σάββατο σήμερα, λέω να κάνουμε και χαμάμ, ε;

          Χμμμμ. Μήπως να τον κλειδώσω στο χαμάμ και να βάλω την θερμοκρασία στο 100;

          Το σκεφτόσουν ώρα αυτό; Στις 5 θα τα πούμε από κοντά. Φιλιά.

Έκλεισε το ακουστικό και χαμογέλασε. Αυτό ήταν. Θα τον άχνιζε στο χαμάμ. Τι δράμα; Το είδε πρωτοσέλιδο στην εφημερίδα. Άτυχος σαραντάρης έχασε την ζωή του σε χαμάμ από πόρτα που φράκαρε. Τέλεια. Ευχαριστημένη από την εξυπνάδα της έπιασε την σφουγγαρίστρα και άρχισε να περνάει για δωδέκατη φορά το καθιστικό. Όπως πέρασε από το τραπεζάκι, έπεσε το βλέμμα της στην γαμήλια φωτογραφία της μάνας της, από τον τρίτο της γάμο. Μια στρουμπουλή κυρία με λευκό ταγέρ κι ένα καπελάκι, φορεμένο στραβά, με λευκό βέλο, που κάλυπτε τα αντρικά σχεδόν χαρακτηριστικά της και έναν μισοκακόμοιρο, κοντό τύπο που στεκόταν δίπλα της, χαμογελώντας με το ζόρι. Κοίταξε την φωτογραφία και σκέφτηκε τον δικό της γάμο, που ετοίμαζε. Μήπως πρώτα να τον παντρευόταν και μετά να τον έβραζε στο χαμάμ; Καλή ιδέα.

        Την μέρα εκείνη έκλειναν τρία χρόνια μαζί. Γνωρίζονταν πολύ καιρό πριν τα φτιάξουν. Δούλευαν στην ίδια δουλειά. Αυτή δημόσιος υπάλληλος σε υπηρεσία Υδρεύσεως κι αυτός επίσης εκεί, αλλά δούλευε και σαν υδραυλικός σε εξωτερικές δουλειές. Ωραίος άντρας και ευκατάστατος. Όπως ακριβώς την είχε εκπαιδεύσει η μάνα της. Την είχε δασκαλέψει να παντρευτεί άντρα πλούσιο και να τον τραβάει από την μύτη. Κι αυτή πέτυχε λαχείο. Νόμιζε πως θα τον έλεγχε, εφόσων δούλευαν στην ίδια υπηρεσία. Δεν είχε υπολογίσει όμως τις έξτρα, εξωτερικές εργασίες του. Τα υδραυλικά των κυριών, που θα χρειάζονταν ιδιαίτερη φροντίδα από τα στιβαρά του μπράτσα. Και ήξερε καλά, πόσο εύκολα θα μπορούσε να τις ρίξει στο κρεβάτι. Ήταν καλός στα λόγια. Έτσι όμορφα μιλούσε και στην ίδια, στην αρχή της σχέσης τους. Μετά έμπλεξε με… υδροροές.

        Άκουσε το κλειδί να γυρίζει στην εξώπορτα. Σκέφτηκε να χώσει την σφουγγαρίστρα στον όμορφο πισινούλη του την στιγμή που θα μπει, αλλά κρατήθηκε.

          Καλώς τον άντρα του σπιτιού μου, καλώς τον αφέντη μου.

          Τι έγινε Ποπάκι; Ειρωνευόμαστε;

          Όχι, ματάκια μου, γιατί να σε ειρωνευτώ; Μήπως μου έκανες τίποτα;

          Εγώ ποτέ δεν σου κάνω κάτι, εσύ, όμως, ποτέ δεν με πιστεύεις.

          Τι έγινε, την ξεβουλώσαμε την… μπανιέρα.

          Ναι.

          Και τι είχε μέσα και είχε φρακάρει; Νυχτερίδες κι αράχνες;

          Όχι, το μικρό είχε ρίξει κάτι παιχνιδάκια στο σιφώνι και είχε βουλώσει.

          Α, έχει και παιδί η ξεδιάντροπη;

          Τι είπες;

          Τίποτα, τίποτα.

Πλησίασε τον Λυσίμαχο για να τον αγκαλιάσει. Αφορμή ήταν για να μπορέσει να τον ελέγξει για γυναικεία αρώματα, κραγιόν, πιπιλιές, ό,τι μπορούσε να περάσει από το αρρωστημένο μυαλό της. Τον αγκάλιασε, τον μύρισε, τσέκαρε το σβέρκο του και τον λαιμό του. Έπιασε το σακάκι του και του το έβγαλε για να το βάλει στην κρεμάστρα. Και τότε άναψε ο σπινθήρας.

          Τι είναι αυτό;

          Ποιό;

          Αυτό στο μπράτσο σου;

          Μια γρατζουνιά.

          Από αυτήν ε;

          Ωχ, αρχίσαμε.

          Τόσο πάθος πια; Η ασυγκράτητη. Από την κάβλα άρχισε τις γρατζουνιές; Άγριο θυληκό ε; Μάνα ύαινα.

          Ρε Πόπη, θα γδάρθηκα την ώρα που δούλευα. Μην βάλεις πάλι στο μυαλό σου πράγματα που δεν ισχύουν.

          Θες να με βγάλεις τρελή για να κάνεις ελεύθερα τις βρωμοδουλειές σου ε;

          Πότε θα καταλάβεις ότι είμαι μαζί σου γιατί σε αγαπάω και δεν θέλω καμία άλλή;

          Εσυ που έχεις καρδιά αγκινάρα; Δεν μπορείς να αγαπήσεις μόνο μια. Θέλεις χαρέμι. Να είσαι ο Πασάς και γύρω σου τα δουλικά.

          Άκου με, δεν είναι έτσι.

          Τι λες ρε μαλάκα; Από το κέρατο που μου ρίχνεις, δεν μπορώ πλέον να περάσω από πόρτα, αν δεν σκύψω πρώτα. Περιπλοκάδα έχει γινει.

          Σταμάτα σε παρακαλώ.

          Θα σου τα κόψω ρε και θα τα βάλω στο μουσείο με ταμπέλα «Γαμίκουλας υδραυλικός».

          Κόφ’ το Πόπη, με φέρνεις στα όριά μου.

          Γιατί, τι θα μου κάνεις ρε άχρηστε; Τίποτα δεν μπορείς να μου κάνεις.

          Μπορώ να ακυρώσω τον γάμο.

          Τιιι; Δεν θα το έκανες αυτό.

          Δεν αντέχω αυτόν τον παραλογισμό σου άλλο. Είναι άρρωστος. Εσύ είσαι άρρωστη και πρέπει να το ψάξεις αυτό που σου συμβαίνει. Να πάμε μαζί σε έναν ειδικό.

          Δεν μπορείς να ακυρώσεις τον γάμο. Ει… είμαι έγκυος.

          Τι;

          Ναι, είμαι έγκυος. Έκανα κάτι εξετάσεις και να, πριν λίγο με πήρες ο γιατρός. Περιμένω το παιδί σου.

Ο Λυσίμαχος στο άκουσμα της εγκυμοσύνης έγινε μαλακός σαν βούτυρο. Ξέχασε κάθε προηγούμενη συζήτηση. Η Πόπη πέτυχε τον σκοπό της. Με ένα ψέμα. Ναι, είχε πεί ψέμματα. Δεν ήταν έγκυος. Το είπε για να τον κρατήσει κοντά της. Τώρα έπρεπε να καταστρώσει ένα σχέδιο για την ανύπαρκτη εγκυμοσύνη της. Θα έκοβε το χαπάκι και από το ίδιο βράδι θα άρχιζε το ξεζούμισμα μέχρι να καταφέρει να γκαστρωθεί. Πότε θα γινόταν κι αυτή μάνα εξάλλου;  Ήδη είχε μπει στα 35.

Το απόγευμα, όπως και κάθε μέρα σχεδόν, βρέθηκαν όλοι στο γυμναστήριο του Αργύρη. Στέκι είχε γίνει για αυτούς, ούτε μπαράκι να ήταν. Η Πόπη και η Στέλλα, την πρώτη ώρα έκαναν πάντα μάθημα αεροβικής. Ο Λυσίμαχος και ο Παύλος, ο άντρας της Στέλλας, έκαναν διάδρομο. Ο Αργύρης, γυμναστής και ιδιοκτήτης του γυμναστηρίου, ένας τριαντάρης ομορφάντρας με γραμμομένο και όχι τεραστίων διαστάσεων σώμα, είχε γίνει κολλητός πλέον με τα δύο ζευγάρια και τακτικούς πελάτες του. Ήξερε τα πάντα για αυτούς και τα προβλήματά τους. Τα πρόσφατα συγκλονιστικά νέα όμως, μόλις τα έμαθε.

          Έγκυος; Πότε έγινε αυτό; Ρώτησε έκπληκτος ο Αργύρης τον Λυσίμαχο την ώρα που βρισκόταν στον διάδρομο.

          Σήμερα το έμαθα κι εγώ.

          Είναι σίγουρο ότι είναι δικό σου; Ο Παύλος που βρισκόταν δίπλα του, συναγωνίζοντάς τον στο τρέξιμο, έκανε την ερώτηση ξύνοντας το, σχεδόν άδειο από τρίχες, κεφάλι του.

          Ρε φίλε, τι ερώτηση είναι αυτή; Η Πόπη μου δεν κοιτάει άλλον άνδρα.

          Ααααχ, έτσι λένε όλες.

          Νομίζω ότι η ζήλεια στην παρέα σας είναι κολητική. Ελπίζω να έχω ανοσία. Σάρκασε ο Αργύρης, χτυπώντας, βέβαια, το μαχαίρι στο κόκκαλο.

Ο Παύλος είχε κι αυτός το μικρόβιο της ζήλειας. Σε μικρότερο βαθμό, σίγουρα, αλλά γινόταν κι αυτός εκνευριστικός. Ήταν 42 ετών, καθηγητής μαθηματικός, γεματούλης και όχι ιδιαίτερα όμορφος. Αδιάφορος θα χαρακτηριζόταν. Αυτός ήταν και ο λόγος, για τον οποίο ζήλευε και την γυναίκα του την Στέλλα, η οποία είχε τα χρόνια του Χριστού, 33 ετών, αλλά έδειχνε τουλάχιστον πέντε χρόνια νεότερη. Ήταν αρκετά όμορφη. Δεν ήταν, λοιπόν, αναίτια η ζήλεια του. Δεν ήταν όμως και παθολογική, όπως αυτή της Πόπης.

Οι γυναίκες τελείωσαν το μάθημα και βγήκαν στον χώρο του γυμναστηρίου με τα όργανα, για να συνεχίσουν με ασκήσεις. Δεν παρέλλειψε, βέβαια, η Πόπη να κάνει σκηνή ζηλοτυπείας στον Λυσίμαχο, επειδή το σορτσάκι που φορούσε ήταν αρκετά κοντό και κολητό ώστε να διακρίνονται τα πλούσια προσόντα του. Τον κατηγόρησε ότι το έβαλε επίτηδες για να τραβήξει όλα τα γυναικεία βλέμματα πάνω του. Δεν ξέχασε να του υπενθυμήσει ότι θα γινόταν πατέρας σύντομα και θα έπρεπε να φέρεται σαν αληθινός άντρας και όχι σαν έφηβος. Την άκουσε σχεδόν όλο το γυμναστήριο. Ο Λυσίμαχος για άλλη μια φορά είχε γίνει κόκκινος σαν παντζάρι από την ντροπή του.

Ο καιρός περνούσε και η ανησυχία της Πόπης μεγάλωνε γιατί δεν έμενε έγκυος. Κάθε μέρα σχεδόν έκανε έρωτα με τον Λυσίμαχο αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Τελικά, πέτυχε τον σκοπό της και έμεινε έγκυος. Ήταν τρισευτυχισμένη για ένα μικρό διάστημα, μετά όμως έπεσε πάλι στην κατάθλιψη, που της προκαλούσε η ζήλεια. Έγινε και ο γάμος. Πλούσιος και επιβλητικός. Η νύφη ήταν πανέμορφη και ο γαμπρός άξιος στο πλευρό της. Βέβαια, δεν έλλειψε και η κρίση ζήλειας εκείνη την ημέρα. Τον κατηγόρησε, πως γλυκοκοίταζε την ξαδέλφη της από την Κέρκυρα. Έψαξε, ξεψάχνισε εντελώς, το γαμπριάτικο κοστούμι του, για να βρει το δήθεν τηλέφωνο της, που του έδωσε την ώρα που τους ευχόταν. Εννοείται ότι δεν βρήκε τίποτα, όμως δεν πτοήθηκε. Ήταν σίγουρη ότι το είχε απομνημονεύσει και είχε πετάξει το χαρτάκι. Τόσο ευχάριστη ήταν η πρώτη νύχτα του γάμου τους.

Η Πόπη βρισκόταν ήδη στον  έβδομο μήνα της εγκυμοσύνη της. Η κατάσταση της ζήλειας της είχε φτάσει στα όρια του παραλογισμού. Δεν άφηνε τον Λυσίμαχο σε χλωρό κλαρί. Τον είχε αναγκάσει να σταματήσει τις επισκέψεις σε σπίτια, για να διορθώνει τα υδραυλικά τους. Ό,τι κι αν έκαναν, όπου κι αν πήγαιναν, ήταν πάντα μαζί. Ακόμα και όταν ήταν να μαζευτούν ανδροπαρέα, για να δουν ποδοσφαιρικό αγώνα, η Πόπη με κασκόλ του Παναθηναϊκού και την κοιλιά τούρλα, τον ακολουθούσε από πίσω. Εκείνο το σαββατόβραδο είχε τα γενέθλιά του ο Λυσίμαχος και είχαν τραπέζι στο σπίτι τους. Καλεσμένοι τους, οι φίλοι και κουμπάροι τους, η Στέλλα και ο Παύλος, καθώς και ο Αργύρης, ο γυμναστής. Η βραδιά κυλούσε όμορφα και ο Λυσίμαχος φαινόταν ότι είχε μια ιδιαίτερα ευχάριστη διάθεση. Τόσο ευχάριστη, που κίνησε την υποψία της Πόπης. Είχε βρει γκόμενα, ήταν σίγουρη. Σκέφτηκε να ρίξει ποντικοφάρμακο στο πιάτο του.

          Άντε με το καλό το παιδί. Εύχομαι να μην βγει πράσινο, στο χρώμα της ζήλειας. Έκανε την πρόποσή του ο Αργύρης, με το καυστικό πάντα χιούμορ του.

          Πράσινο δεν πρόκειται να βγει, μπορεί όμως να βγει νεγράκι ή κινεζάκι, πέταξε ο Λυσίμαχος και λύθηκε στα γέλια.

          Τι κρυάδες είναι αυτές; Πολύ χαρούμενος είσαι σήμερα μωρό μου. Υπερβολικά θα έλεγα.

          Είναι η τιμητική μου σήμερα αγάπη μου. Γιατί να μην είμαι;

          Ναι, η τιμητική σου. Έλα ρίχτο, πως την λένε; Είναι όμορφη; Ξανθιά; Μουνάρα ε;

          Ρε Πόπη ηρέμησε. Θα χαλάσεις την βραδιά. Η Στέλλα κάρφωσε την φίλη της με το βλέμμα της.

          Άστην Στέλλα μου, άστην να ρίξει το φαρμάκι της. Έχω συνηθίσει πια.

          Ναι, ο δύστυχος. Έχει και παράπονο από μένα, που του τα έχω δώσει όλα. Το παιδί του κουβαλάω στα σπλάχνα μου επτά ολόκληρους μήνες κι αυτός πηδιέται με την κάθε τυχάρπαστη.

          Α, μιας και το έφερε η κουβέντα. Σήμερα πήρα και τα αποτελέσματα από τις εξετάσεις, που είχα κάνει την προηγούμενη εβδομάδα.

          Όλα καλα αγορίνα; Ντούρος; Ρώτησε ο Παύλος.

          Ναι, όλα τέλεια. Δηλαδή, σχεδόν όλα.

          Τι εννοείς ακριβώς; Συνέχισε να ρωτάει ο Παύλος.

          Για σηκώστε τα ποτήρια σας να κάνω την πρόποσή μου κι εγώ. Σήμερα, λοιπόν, που είναι τα γενέθλια μου, έχω να κάνω ένα δώρο στην μοναδική μου αγάπη, την γυναίκα και…. μάνα του παιδιού μου, την Πόπη. Αγάπη μου, χρόνια τώρα ανέχομαι την υστερία σου και την παθολογική σου ζήλεια. Παρόλες τις ικεσίες μου να το διορθώσεις, είτε μόνη σου, είτε με βοήθεια γιατρού, εσύ επιμένεις πως είσαι μια χαρά και πως το πρόβλημα το έχω εγώ. Υπέμενα, λοιπόν, καρτερικά την αρρώστιά σου, την τρέλα σου, τις απειλές σου. Άντεξα, γιατί περίμενα πως και πως το παιδί μας. Το δώρο σου για μένα, το μοναδικό. Το δικό μου δώρο, όμως, θα στο κάνω τώρα. Καρδιά μου, είμαι στείρος…

Νεκτάριος Μπουτεράκος