Άστρο χλωμό

Όταν πέφτει ένα αστέρι κάνεις μιαν ευχή. Όταν πέφτει ένα αστέρι, φεύγει μια ψυχή. Χιλιάδες οι ευχές των ανθρώπων, κοιτάζοντας αυτές τις μικρές κουκκίδες φωτός προς το αχανές σύμπαν. Αν κάθε ευχή γινόταν κι ένα αστέρι, τότε η νύχτα θα ’ταν μέρα από την λαμπρότητα του ουρανού.

Μια ιδιαίτερη ευχή, όμως, μπορεί να γίνει πραγματικότητα. Μια πονεμένη ευχή από μια γυναίκα άτεκνη, με πρόσωπο μουλιασμένο στα ατελείωτα δάκρυα, μια τέτοια ευχή μπορεί να εισακουστεί. Το αστέρι θα την πραγματοποιήσει. Η μάνα θα λάμψει σαν αστέρι κι ένα κλάμα νεογέννητου θα γεμίσει χαμόγελα, πρόσωπα αδήμονα και πονεμένα. Δύο μάτια σαν αστέρια θα λάμψουν, απέναντι από δύο υγρά, όχι πλέον γεμάτα πόνο, μητρικά μάτια. Μια αγκαλιά θα γεμίσει, μια μωρουδίστικη μυρωδιά θα γαργαλήσει δύο ρουθούνια ξερά από μια ατέρμονη προσπάθεια κύησης.

Αυτά τα μάτια, που κάποτε ικέτευαν τον έναστρο ουρανό για ένα θαύμα, τα ίδια μάτια θα ατενίσουν τα ίδια άστρα και με μια υπέρμετρη ευγνωμοσύνη θα ψελλίσουν ένα αδύναμο, μα τόσο ισχυρό ευχαριστώ. Κι ένα άστρο θα λάμψει πιο δυνατά. Μα ένα ακόμα θα πέσει…

Τα άστρα θα συνεχίσουν την ατελείωτη βόλτα τους στον ουρανό, θα κάνουν τους μονότονους κύκλους τους. Η μωρουδίστικη μυρωδιά θα γίνει παιδική. Η παιδική, εφηβική. Ένα χλωμό άστρο θα γίνει δυνατό, διψασμένο για ζωή, για γνώση κι εμπειρίες. Μα κι η μάνα θα λάμπει σαν άστρο περήφανο για το δημιούργημά της και θα κορδώνεται, και θα κομπορρημονεί. Θα ξεχάσει τις προσευχές της, θα τις αφήσει πίσω, σαν ένα ρυάκι που χάνεται στην καρποφόρα γη. Ένα ρυάκι που γίνεται ποταμός, και ύστερα χείμαρρος, και μετά καταρράκτης, που βρυχάται ξεχασμένος, παραπονεμένος. Τα ίδια μάτια που κάποτε υγρά κι απελπισμένα ικέτευαν για ένα θαύμα, αυτά τα μάτια δεν θα ξανατενίσουν τον ουρανό. Δεν θα ξαναπούν ευχαριστώ. Θα θαυμάζουν μόνο. Θα θαυμάζουν το δημιούργημά τους, που σαν δεύτεροι Θεοί έπλασαν και του ’δωσαν πνοή. Μα ένα αστέρι είχε τότε πέσει κι αυτό αναζητά την πληρωμή του. Κι είναι σκληρή η πληρωμή…

Κάτω από τον έναστρο ουρανό δυο νέα μάτια κλαίνε πάλι! Από πόνο, από χτικιό. Ουρλιαχτά σκίζουν τον αέρα και η μάνα, σαν τρελή, αλαφιασμένη τρέχει να προστατέψει το αστέρι της. Μα αυτό αργοσβήνει. Τρέχει η μάνα να προλάβει και τα χλωμά φώτα του δρόμου σαν νεκρά αστέρια φεύγουν στο διάβα της. Ένα τέτοιο χλωμό αστέρι έγινε και το δικό της. Το μωρό της, που έγινε παιδί κι ύστερα έφηβος, τώρα αργοπεθαίνει από ένα μαύρο αστέρι καρφωμένο στον εγκέφαλο. Ένα καρκινικό αστέρι, που κατασπαράζει μια λάμψη εφηβική.

Πάλι με μάτια δακρυσμένα, πάλι με μύτη ξερή και μαλλιά ανάκατα στρέφει το βλέμμα σε έναν ξεχασμένο ουρανό. Μα αυτός δεν δίνει πλέον σημασία. Είναι αργά. Κι η μάνα το αντιλαμβάνεται. Η χαρά γίνεται πόνος. Το γέλιο, καθημερινό ουρλιαχτό. Η λάμψη, χλομάδα κι ο θάνατος αργός. Δεν φτάνει να φέρει ανακούφιση. Το αστέρι εκδικείται.

Ένα μυαλό σαλεύει. Δυο χέρια γίνονται φονικά. Ένα σώμα, δώρο μητρικό, μια ψυχή βγαλμένη από τα σπλάχνα, χάνονται, σιωπούν. Δάκρυα καυτά κυλούν και ποτίζουν ένα άψυχο κορμί. Ένα κορμί με ένα άστρο που έσβησε. Ένα άστρο που το έσβησε η ίδια του η μάνα. Κάποτε το είχε πυροδοτήσει με την δική της φλόγα. Κι ο ουρανός έγινε λίγο πιο σκοτεινός…

Νεκτάριος Μπουτεράκος

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2011