Από αντίπαλη σκοπιά

Τα χέρια τους ήταν τεντωμένα τόσο, όσο ήταν ρημαγμένη και η ζωή τους. Δύο κρύα μέταλλα ακουμπούσαν τα μέτωπά τους. Δύο μάτια υγρά κοιτάζονταν με απόγνωση, με απελπισία. Πως ήταν δυνατόν να έχουν βρεθεί σε αυτή τη θέση; Πως μπορούσαν να απειλούν ο ένας την ζωή του άλλου;

Ο Λουκάς ζούσε εδώ και είκοσι οκτώ χρόνια στην Πορταριά Πηλίου. Η ζωή του ήταν ήρεμη, απλή. Μαζί με τους γονείς του ζούσαν σε ένα πέτρινο σπίτι με θέα τον κόλπο του Βόλου. Ο Λουκάς ήταν αγρότης, απλός και ντόμπρος άνθρωπος. Ούτε μερμήγκι δεν είχε βλάψει. Το καλοκαίρι του 1938 η μητέρα του αρρώστησε άσχημα. Λίγο πριν ξεψυχήσει του αποκάλυψε ένα μεγάλο μυστικό. Ο Λουκάς δεν είχε γεννηθεί μόνος. Είχε και έναν δίδυμο αδελφό. Όταν γεννήθηκαν οι γονείς του είχαν φύγει μετανάστες στην Γερμανία. Οι γονείς του δεν είχαν την οικονομική άνεση να θρέψουν και τα δύο μωρά. Οπότε έκαναν πέτρα την καρδιά τους και έδωσαν το δεύτερο μωρό για υιοθεσία σε ένα φιλικό, άτεκνο ζευγάρι Γερμανών. Μέχρι τότε είχαν αλληλογραφήσει αρκετές φορές, αλλά τα τελευταία έξι χρόνια είχαν χαθεί τα ίχνη τους. Η μητέρα του Λουκά, αφού του έδωσε ένα κασελάκι ξύλινο με φωτογραφίες και διευθύνσεις, του έδωσε ευχή και κατάρα να βρει τον αδελφό του και να τον φέρει στα πάτρια εδάφη. Ύστερα ξεψύχησε.

Ο Λουκάς, αφού έθαψε την μάνα του και την τίμησε για σαράντα μέρες, πήρε το πρώτο τραίνο για Γερμανία, αφήνοντας τον πατέρα του μονάχο. Καθισμένος στο κρύο κάθισμα του τρένου, κοιτούσε το αχνό είδωλό του στο τζάμι και σκεφτόταν τον δίδυμο αδελφό του, που θα είχε το ίδιο πρόσωπο. Ήταν αποφασισμένος να κινήσει γή και ουρανό για να τον βρει, ώστε να αναπαυτεί η ψυχή της μάνας του.

Άγνωστος μεταξύ αγνώστων, ο Λουκάς έφτασε στο Μόναχο της Γερμανίας. Την γλώσσα δεν την ήξερε και δυσκολεύτηκε στην συνεννόηση. Κατάφερε και βρήκε ένα ελληνικό εστιατόριο. Ο εστιάτορας τον καλοδέχτηκε. Τον τάισε και τον κοίμισε, σαν να ‘ταν δικό του παιδί. Ο Λουκάς του έδειξε την διεύθυνση. Με την καθοδήγηση του νέου του φίλου κατάφερε σύντομα να βρει το σπίτι των Γερμανών, που είχαν υιοθετήσει τον αδελφό του.

Ο Λουκάς στεκόταν απέναντι από το σπίτι και η καρδιά του βροντοκοπούσε, όπως το σφυρί στο αμόνι. Πήρε μια βαθιά αναπνοή και χτύπησε την πόρτα. Του άνοιξε μια κοπέλα που δούλευε στην υπηρεσία του σπιτιού. Μόλις τον αντίκρισε έμεινε παγωμένη. Με γλώσσα τα δάχτυλα και τις κινήσεις των χεριών της έδωσε να καταλάβει πως θέλει να μιλήσει με τους νοικοκυραίους του σπιτιού. Η κοπέλα άρχισε να φωνάζει κάτι ακαταλαβίστικα στα Γερμανικά και μετά φάνηκε μια μεσόκοπη γυναίκα μπροστά του. Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια της, βλέποντάς τον. Ο Λουκάς προσπάθησε να συνεννοηθεί μαζί της με τα χέρια, αλλά η γυναίκα ήξερε ελληνικά. Τον παρακάλεσε να μην της στερήσει το παιδί της. Ο Λουκάς της απάντησε, πως κάτι τέτοιο θα το αποφάσιζε ο ίδιος ο αδελφός του.

Από την σκάλα τότε εμφανίστηκε ένας νέος άντρας, όμοιος του Λουκά. Ο άντρας αυτός χλόμιασε θωρώντας το αντίγραφό του απέναντι. Η μεσόκοπη γυναίκα εξαφανίστηκε από μπροστά τους, κλαίγοντας και κλείστηκε στο δωμάτιό της. Ο Λουκάς τότε μίλησε με λόγια αλήθειας στον αδελφό του, αποκαλύπτοντας την ιστορία, που του είχαν αποκρύψει οι θετοί γονείς του. Ο Χανς, έτσι είχαν ονομάσει τον αδελφό του, έμεινε έκπληκτος. Ένιωσε, όμως, αμέσως στην καρδιά του τον άρρηκτο δεσμό, που δένει δύο δίδυμα αδέλφια και δεν τον αμφισβήτησε. Τον δέχτηκε στο σπιτικό του και τον φιλοξένησε.

Ο Χανς είχε σπουδάσει πολιτικές επιστήμες και διέπρεπε στην πολιτική. Λάτρευε την πατρίδα του και ήταν πιστός στα ήθη και τα έθιμά τους. Ο Λουκάς τον παρακάλεσε να τον ακολουθήσει στην Ελλάδα, αλλά ο Χανς δεν μπορούσε να αφήσει την πατρίδα που τον είχε θρέψει και μεγαλώσει. Υποσχέθηκε στον αδελφό του πως κάθε καλοκαίρι θα τους επισκέπτεται.

Έτσι κι έγινε. Το καλοκαίρι του 1939 ο Χανς βρισκόταν στην Πορταριά του Βόλου μαζί με τον αδελφό του και τον πραγματικό του πατέρα. Με το τέλος του καλοκαιριού, όμως, επέστρεφε στην μεγάλη του αγάπη, την Γερμανία. Η ίδια ιστορία επαναλήφθηκε και το επόμενο καλοκαίρι του ’40.

Ήδη, όμως, τότε είχαν αρχίσει να πυκνώνουν τα μαύρα σύννεφα του πολέμου πάνω από την Ελλάδα. Εκείνο το καλοκαίρι έγινε και ο τορπιλισμός της φρεγάτας «Έλλη». Ο Χανς έφυγε τον Σεπτέμβριο προβληματισμένος με όσα διαδραματίζονταν στα πολιτικά προσκήνια των δύο χωρών. Με το που έφτασε στην Γερμανία, αμέσως τον κάλεσαν στον στρατό. Μέσα σε λίγο καιρό, λόγω γνώσεων και θέσης, ηγείτο μια μεγάλη διμοιρία γερμανικού στρατού, που επρόκειτο να επιτεθεί στην Ελλάδα.

Από την άλλη μεριά και ο Λουκάς κατατάχτηκε στον στρατό. Πολέμησε, μάλιστα, και κατάφερε με την ομάδα του να κατατροπώσει τους Ιταλούς. Έγινε ένας ήρωας. Η Γερμανία τότε επιτέθηκε στην Ελλάδα. Το ΟΧΙ του Μεταξά αντήχησε σαν καμπάνα και ταρακούνησε τους Γερμανούς.

Γερμανικά στρατεύματα κατέφθασαν και στο Πήλιο, λεηλατώντας και σκοτώνοντας άντρες και γυναικόπαιδα. Ο Λουκάς πολέμησε σαν λιοντάρι.

Μια νύχτα οι Γερμανοί κατέλαβαν την Πορταριά. Μάζεψαν τους άντρες και τους συγκέντρωσαν στην πλατεία του χωριού. Μέσα σε αυτούς ήταν και ο πατέρας του Λουκά. Τους εκτέλεσαν όλους εν ψυχρώ. Ο Λουκάς ήταν κρυμμένος στο δάσος πίσω από το χωριό.

Κρυμμένος πίσω από ένα δέντρο άκουγε συντετριμμένος τους πυροβολισμούς και τα κλάματα των γυναικών που προέρχονταν από το χωριό του. Η ψυχή του είχε μαυρίσει. Τότε ένιωσε στον κρόταφο το κρύο μέταλλο ενός περίστροφου. Γυρίζοντας αργά αντίκρισε τον αδελφό του. Κι ο ίδιος ο Λουκάς σήκωσε το περίστροφό του και το ακούμπησε στο μέτωπο του Χανς. Το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να κοιτάζονται στα μάτια. Δύο αδέλφια αντιπροσώπευαν δύο χώρες ολόκληρες. Δύο χώρες που ο καθένας αγαπούσε την δικιά του, όσο και την ζωή του. Μόνο ένα νεύμα χρειάστηκε και από τους δύο. Ένα ταυτόχρονο νεύμα κι ένας ταυτόχρονος πυροβολισμός!

 

 

Νεκτάριος Μπουτεράκος

Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2011