Ξεγέλασμα ή κέρασμα;

Ξύπνησε μούσκεμα στο ιδρώτα! Όχι, όχι δεν είχε ξημερώσει εκείνη η καταραμένη μέρα! Σηκώθηκε τόσο απότομα, που το σεντόνι τραβήχτηκε μαζί της κι έπεσε στο κρύο πάτωμα. Ήταν σίγουρη πως θα έτρωγε ξύλο και για αυτό, αλλά έπρεπε να βγει στην είσοδο να σιγουρευτεί πως δεν ήταν εφιάλτης. Τα κοκκαλιάρικα ποδαράκια της άφηναν υγρά σημάδια στο παγωμένο μωσαϊκό, ίχνη απόγνωσης. Βγήκε στην είσοδο και είδε της κούφιες, άψυχες κολοκύθες σε κάθε γωνιά του κτηρίου. Η καρδιά της χτύπησε τόσο δυνατά, που θα μπορούσε να σπάσει. Θα το προτιμούσε. Η ξύλινη ταμπέλα πάνω από το κεφάλι της έτριζε πάνω στους σκουριασμένους κρίκους της. «Ορφανοτροφείο, το όμορφο χαμόγελο», έγραφε. Τι ειρωνεία!

Επέστρεψε γρήγορα και ετοίμασε το κρεβάτι της για την πρωινή επιθεώρηση. Το μελανιασμένο μάγουλό της ήταν η υπενθύμιση για το ξύλο που είχε δεχτεί την προηγούμενη μέρα, εξαιτίας μιας μικρής ζάρας του σεντονιού. Υπήρχαν και χειρότερα. Κοίταξε την μικρή Άλεξ απέναντι ,που το παραμορφωμένο προσωπάκι της ήταν αγνώριστο από τις κλωτσιές. Είχε κατουρήσει το σεντόνι της.

Η μέρα, δυστυχώς, για την Τζέην πέρασε γρήγορα. Το σούρουπο απλώθηκε και το μαρτύριο ξεκινούσε. Εμφανίστηκε στο σαλόνι η τροφός με μια χάρτινη σακούλα. Διέταξε να την ακολουθήσουν. Άδειασε την σακούλα στο τραπέζι και μια δυσωδία από μούχλα έκανε πνιγηρό τον αέρα. Άπειρες καραμέλες, λιωμένες, πατημένες, μουχλιασμένες κύλησαν στο τραπέζι. «Όλα τα παιδιά τρώνε γλυκά σήμερα», τσίριξε, «θα φάτε κι εσείς!». Άρπαξε πρώτη την Άλεξ. Την είχε άχτι από την προηγούμενη μέρα. Την έβαλε στα πόδια της, την γράπωσε με το ένα χέρι και με το άλλο πίεζε την καραμέλα στο στόμα της. Το κορμάκι της Άλεξ έτρεμε, το στόμα της ήταν πασαλειμμένο με λιωμένη καραμέλα. Δύο φορές κόντεψε να πνιγεί. Την τρίτη ξέρασε τις σάπιες καραμέλες στο πάτωμα. Το χτύπημα που ένιωσε από το χέρι της τροφού ήταν τόσο δυνατό που ζαλίστηκε. Ένα μίγμα σάλιου και καραμέλας κολλούσε στο μάγουλό της από το χαστούκι. Το μαρτύριο δεν σταμάτησε εκεί. Την έπιασε από τα μαλλιά. Οι τρίχες της ξεκόλλησαν από το κρανίο της. Την γονάτισε κάτω και της έτριψε το πρόσωπο στα ξερατά. Την ανάγκασε να μην αφήσει τίποτα στο πάτωμα. Η ξινή γεύση κόντεψε να την πνίξει. Δεν έπρεπε, όμως, να κάνει πάλι εμετό. Όχι, δεν θα άντεχε να το ξαναπεράσει. Δεν έκανε! Απλά σωριάστηκε άψυχή στο πάτωμα.

Εκείνη τη στιγμή το μίσος των παιδιών θέριεψε. Όρμησαν όλα πάνω της. Η Τζέην άρχισε να ουρλιάζει τόσο δυνατά, που η φωνή της έγινε έκρηξη. Την χτυπούσαν με ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Νύχια ξέσκιζαν, δόντια κατασπάραζαν. Η τροφός πάλευε να γλιτώσει, αλλά το μίσος των παιδιών την είχε αποδυναμώσει. Η Τζέην άρπαξε δύο μουχλιασμένες καραμέλες και με δύναμη τις κάρφωσε στα μάτια της. Αφού έπεσε στο πάτωμα νεκρή, έσκυψε πάνω της και της ψιθύρισε: «Ξεγέλασμα ή κέρασμα;»

 

Νεκτάριος Μπουτεράκος