Μια ευχή…

Χτύπησα το κουδούνι με χέρια που έτρεμαν! Όχι από κρύο, από αμηχανία. Μου άνοιξε και τα μάτια της ήταν δύο στενές τρύπες στο κέντρο μιας μαύρης δίνης. Στεγνά, αλατισμένα ρυάκια χαράκωναν τα μάγουλά της. Ήμουν σίγουρος πως ήθελε να κλάψει εκείνη τη στιγμή, αλλά είχε στερέψει. Μπήκα μέσα με το κεφάλι χαμηλά. Το σπίτι, παρότι βγαλμένο από χριστουγεννιάτικη ταινία, έμοιαζε άδειο, λειψό.

«Τα άφησες έτσι;», ρώτησα με έναν κόμπο να μου πνίγει τον λαιμό.

«Για το παιδί…», μου απάντησε με μια φωνή, λες και προερχόταν από τα βάθη ενός πηγαδιού.

Καθίσαμε μπροστά από το αναμμένο τζάκι. Το χριστουγεννιάτικο δέντρο δίπλα έμοιαζε χλωμό, παράταιρο στην ατμόσφαιρα. Η Μυρτώ μάζεψε τα χέρια της κάτω από το στήθος της. Τα δάχτυλά της έπεφταν νεκρά στην μαύρη φούστα της. Το χλωμό πρόσωπο της, άδειο, κενό, με μόνο χρώμα το ανοιχτό πορτοκαλί της φωτιάς. Τα μαλλιά της ήταν ανακατεμένα και άλουστα, τα χείλη της χαρακωμένα, χωρίς ίχνος υγρασίας πάνω τους. Έμμεινα να την κοιτάζω, ανίκανος να αρθρώσω μια λέξη συμπάθειας, έστω παρηγοριάς.

Γρήγορα χτυπηματάκια πάνω στο ξύλο, σαν ένα τόπι που κατρακυλά από ξύλινη σκάλα, με έβγαλαν από μια αναγκαστική μελαγχολία. Τον είδα να κατεβαίνει με τα γυμνά του πατουσάκια τα σκαλοπάτια. Είχε μια λάμψη προσμονής στα μάτια κι ένα τεράστιο χαμόγελο.

«Μαμάκα, ήρθε;», ρώτησε με περίσσιο ενθουσιασμό.

«Όχι! Μη με ξαναρωτήσεις! Σου είπα πως έφυγε για ταξίδι! Πήγαινε πάνω και κοιμήσου! Γρήγορα…», ούρλιαξε, άθελά της θαρρώ, στο μικρό αγόρι.

Το προσωπάκι του ζάρωσε, έγινε μια μάσκα λύπης και φόβου μαζί. Έκανε μεταβολή κι ανέβηκε αργά, αλλά αθόρυβα τα σκαλιά, ρίχνοντας συχνά κλεφτές ματιές προς τα πίσω, μήπως είχε αλλάξει κάτι, μήπως άκουγε κάτι διαφορετικό.

«Δεν καταλαβαίνει…», ψέλλισα μέσα από τα δόντια μου.

«Δεν ξέρω πως να το αντιμετωπίσω! Δεν αντέχω άλλο! Γιατί; Πες μου γιατί;», ξέσπασε κι έπεσε πάνω μου, για να κρυφτεί στην αγκαλιά μου. Το κεφάλι της ξάπλωσε στα πόδια μου κι ένιωσα μια υγρή ζεστασιά, που έγινε λεκές από δάκρια, πανω στο παντελόνι μου. Την έπιασα από τους ώμους και την σήκωσα, φέρνοντάς την απέναντί μου. Την αισθάνθηκα εύθραυστη στα χέρια μου.

«Πρέπει να είσαι δυνατή! Μπορείς… Σε έχει ανάγκη!». Προσπάθησα να είμαι πειστικός, παρόλο που μέσα μου έτρεμα.

«Μίλησε του, σε παρακαλώ! Πες του κάτι! Δεν θέλω να με μισήσει…». Τα λόγια ικεσίας της μου σπάραξαν την καρδιά.

«Δεν πρόκειται να σε μισήσει! Μη φοβάσαι! Θα ανέβω τώρα να του μιλήσω. Πιες κάτι ζεστό, βάλε μια μπουκιά στο στόμα σου. Θα καταρρεύσεις…». Ήμουν σίγουρος πως δεν θα το κάνει.

Ανέβηκα την σκάλα κι ένιωθα πως κουβαλούσα ένα φορτίο από βαρύ ξύλο προς τον Γολγοθά. Στάθηκα έξω από την πόρτα του και γέμισα τα πνευμόνια μου με οξυγόνο. Ζωγράφισα ένα ψεύτικο χαμόγελο στα χείλη μου και μπήκα.

«Φίλιππε κοιμάσαι;». Οι λέξεις βγήκαν από το στόμα μου πριν δω το κεφαλάκι του να είναι κολλημένο στο θολό, από τα χνώτα του, τζάμι.

«Δεν έρχεται!». Τα λόγια του θα μπορούσαν να είχαν ζωγραφιστεί στην θαμπάδα του γυαλιού.

«Έλα εδώ!». Άνοιξα διάπλατα την αγκαλιά μου και την καρδιά μου μαζί. Έτρεξε και χάθηκε εκεί μέσα. Δεν ήξερε, αλλά είμαι σίγουρος ότι το ένιωθε.

«Θα αργήσει πολύ; Μου λείπει!».

Είδα δυο μάτια που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Το σφίξιμο που ένιωσα στο στομάχι μου δημιούργησε σπασμούς. Προσπάθησα να χαλαρώσω, για χάρη του.

«Όσο μακριά κι αν είναι, να ξέρεις πως το μυαλό του θα είναι πάντα σε σένα».

«Μπορεί να με σκέφτεται από εκεί ψηλά;».

Δεν μπόρεσα να συγκρατήσω το δάκρυ που κύλησε στο μάγουλο μου. Ήξερε, αλλά ήλπιζε! Μια αθώα παιδική ψυχή με μάτια δικά της.

«Υπάρχει ένα μυστικό που θα το μοιραστώ μαζί σου!». Τα υγρά ματάκια του έλαμψαν γεμάτα λαχτάρα. «Μου υπόσχεσαι, όμως, πως δεν θα το πεις σε κανέναν, εντάξει;».

Κούνησε καταφατικά το κεφάλι του τα μαγουλάκια του έγιναν ροδαλά.

«Αν είναι παραμονή Χριστουγέννων και κάνεις μια ευχή μέσα από την καρδιά σου, κοιτώντας το χιόνι που πέφτει από τον ουρανό, το ίδιο το χιόνι θα σου πραγματοποιήσει την επιθυμία σου. Το μυστικό αυτό, όμως, όταν το μοιραστείς με κάποιον άλλον φεύγει από πάνω σου και η ευχή σου σταματά».

«Δηλαδή τώρα εσύ που μου το είπες, σταμάτησε η ευχή σου;», είπε κάπως λυπημένα.

«Εγώ είμαι μεγάλος πια. Η ευχή που έκανα κράτησε πολλά χρόνια και χαίρομαι που την έδωσα σε σένα. Χρησιμοποίησε την, όμως, σοφά!».

«Μα σήμερα είναι παραμονή Χριστουγέννων κι έξω χιονίζει!». Πήδηξε από την αγκαλιά μου κι έτρεξε προς το παράθυρο. Με το ενθουσιώδες μικρό του δάχτυλο μου έδειξε τις λευκές νιφάδες που χόρευαν βαλς στον αέρα. Κούνησα το κεφάλι μου και του χαμογέλασα. Τον είδα, αμέσως, να κλείνει τα μάτια. Τον άφησα στην μικρή ευχή του και βγήκα αθόρυβα έξω από το δωμάτιο. Κόλλησα το αυτί μου στο ξύλο της πόρτας και αφουγκράστηκα.

«Μπαμπάκα ήρθες! Μπαμπάκα μου…».

 Νεκτάριος Μπουτεράκος