Καλοκαίρι…

Το καλοκαίρι είναι η αγαπημένη μου εποχή. Σε πολλούς θα πεις. Όχι, για μένα είναι ακόμα πιο σημαντική! Γιατί; Ναι, έχω ένα μικρό θεματάκι με το νερό. Ποτέ δεν τα καταφέραμε να γίνουμε κολλητοί. Και μόνο η σκέψη πως πρέπει να βγάλω τα ρούχα μου, να μπω στην μπανιέρα και να ανοίξω το ντους… Πολύ κουραστικό! Ενώ στη θάλασσα, τσουπ, μπαίνεις, κάνεις και το μπάνιο σου. Παίρνω και το παπάκι σαμπουάν μου, καθώς και το χταποδένιο σφουγγάρι μου, κάνω το μπανάκι μου…

Θυμάμαι πέρσι το καλοκαίρι. Φώναζε η τότε γκόμενα: «Αργύρη, φέτος θα πάμε Σαντορίνη!». Μα τι λες ρε κοπελιά; Να βρεις τα κατάλληλα ρούχα, να κατεβάσεις τις βαλίτσες απ’ το πατάρι, να ψάξεις για τα κατάλληλα ρούχα, να τρέξεις για εισιτήρια, να ξυπνήσεις από τα χαράματα για να προλάβεις το πλοίο, να σου τύχει η χοντρή μπροστά σου στα σκαλιά του πλοίου, να σου πατήσει και τον κάλο! Ε, όχι! Ίδρωσα και που τα σκέφτηκα. Στη διπλανή παραλία τη βγάλαμε. Να φανταστείς, έπεφτα στο δεξί μου πλευρό με τον ήλιο πάνω απ’ το κεφάλι μου και όταν γυρνούσα πλευρό, βρισκόταν στο κάτω ημισφαίριο. Άνοιγα το δεξί μάτι, έβλεπα την Μαρία, την τότε γκόμενα, μετά άνοιγα το αριστερό μάτι κι έβλεπα την επόμενη, τη Φιλιώ.

Αχ, η Φιλιώ! Τι θυμήθηκα τώρα; Ναι το ίδιο καλοκαίρι, ακριβώς μετά τη Μαρία. Καθόμασταν τα βράδια αγκαλιά και βλέπαμε ταινία! Στο κρεβάτι με την τηλεόραση απέναντι. Η Φιλιώ κατρακυλούσε πάνω μου από τον κρατήρα που είχε κάνει το κρεβάτι στη μεριά μου. Θυμάμαι, βλέπαμε το Άβαταρ. Και τότε που εκείνη η γαλάζια γκόμενα κυνηγούσε τον τυπά, να σου μια τεράστια Τερέζα, κατακόκκινη να περνάει μπροστά από τα μάτια μας. Η Φιλιώ είδε τον ίδιο τον θάνατο. Πάει να σηκωθεί, ουρλιάζοντας, πατάει το σεντόνια, καταλήγει με τα πόδια ψηλά στο πάτωμα. Ωραία θέα είχα, αλλά που να σηκωθώ να την βοηθήσω, ή ότι άλλο μπορούσα να της κάνω. Είχε πολλή ζέστη εκείνο το βράδυ. Ούτε καληνύχτα δεν μου είπε η αχάριστη.

Ναι, ναι αχάριστη. Μήπως και η ίδια η ζωή αχάριστη δεν είναι; Άκου, εκεί να είσαι υποχρεωμένος να δουλέψεις για να ζήσεις. Θα έπρεπε το κράτος να φροντίζει για αυτούς που δεν έχουν δουλειά. Εγώ είμαι ολιγαρκής άνθρωπος. Λίγα καλαμάκια θέλω μόνο, ώστε να τα ενώνω μαζί και να πίνω από μακριά το νερό μου, ένα ταψί φαί στα πόδια μου για να μην σηκώνομαι και μια ομπρέλα για να μην πάθω καρκίνο από τον ήλιο στην παραλία, όταν με παίρνει ο ύπνος και ξυπνάω μετά από μια εβδομάδα. Αυτή είναι η καλύτερη εποχή. Το καλοκαίρι….

Νεκτάριος Μπουτεράκος