Ο θείος Όσκαρ στο… Τριώδιο!

 

Κι εκεί που καθόμουν χαλαρός με τα ποπ κορν, ανάμεσα στα σκέλια και παρακολουθούσα το καθημερινό θρίλερ των οκτώ στο Mega, χτυπάει το τηλέφωνο. Ταράζομαι εγώ, πετάγονται τα ποπ κορν στον αέρα, κάνοντας χαρούμενο το σκυλί μου. Σηκώνω το ακουστικό και ακούω μια τσιρίδα. Λέω, πάει, οι γερμανοί έκαναν εισβολή με την υπολοχαγό Μέρκελ! Περίμενα να ακούσω τους βομβαρδισμούς, κάνα πυρηνικό, αλλά τελικά ήταν η κολλητή μου που μιλούσε ακατάπαυστα. «Απόκριες», φώναζε, λες και της μείωσαν κι άλλο το μισθό, «τι θα ντυθούμε;». Τι λες ρε κοπέλια; Με τέτοια κρίση, ό,τι διαθέτει το μπαούλο. Καλτσόν στο πρόσωπο, μια ρόμπα και μια κουτάλα στα απόκρυφα, όπως ακριβώς ντύνονταν οι δικοί μου τη δεκαετία του ’60, ξέρετε… μεταπολεμικά.

Αχ, απόκριες! Καρναβάλια, χορός και πρόσκαιρη υποκρισία! Τρεις εβδομάδες  να υποκρίνεσαι κάτι που δεν είσαι. Χμμμ… γιατί τις υπόλοιπες τι κάνουμε; Είμαστε αληθινοί; Δεν νομίζω… Μια ζωή την περνάμε σε ένα σανίδι, πίσω από μια μάσκα. Μια χάρτινη για τα μικρά παραπτώματα, μια πλαστική για τα μέτρια και μια από καουτσούκ, που εφαρμόζει καλύτερα στο πρόσωπο, πιο ρεαλιστική. Μια μάσκα για κάθε εβδομάδα… Και εφόσον είναι και οι περίοδος των όσκαρ, ας δώσουμε εμείς από μια μάσκα «Όσκαρ» στην καθημερινότητά μας…

And the χάρτινη goes to… παραπαπαμ… στην οικογένεια! Ναι, μα βέβαια! Αποτελεί το χώρο της καθημερινότητάς μας, όπου έχουμε τη μικρότερη υποκρισία. Σαφώς υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, αλλά ας μην ασχοληθούμε μ’ αυτές. Βλέπεις, λοιπόν, την μοντέρνα «μαντάμ Σουσού» με το καροτσάκι της στο σούπερ μάρκετ να ψωνίζει. Κοιτάζει με την άκρη του ματιού της ποιος την παρακολουθεί. Ελεύθερο το πεδίο… Πετάει στο καρότσι το φθηνότερο απορρυπαντικό. Προχωράει, ρίχνει ένα πακέτο μακαρόνια από πάνω, για να καλύψει την επιλογή της. Στην επόμενη στροφή συναντά την κυρά Μαριγώ, την κουτσομπόλα της γειτονιάς. Παίρνει το σνομπ το ύφος και διαλέγει το πιο ακριβό πατέ πάπιας από το ράφι. Άσχετα αν το πατέ βρεθεί αργότερα, από την υπάλληλο, κρυμμένο ανάμεσα στις σερβιέτες. Πάρε, λοιπόν, κυρά μου τη χάρτινη μάσκα της υποκρισίας να έχεις να πορεύεσαι…

Η πλαστική! Ναι! Παραβλέποντας τον εξάψαλμο που θα ακολουθήσει, η πλαστική πάει στην θρησκεία! Που πας ρε πάτερ, εν τω μέσω της κρίσεως, και κρύβεις τα λάφυρά σου; Η Ελλάδα πεινάει κι εσύ προφυλάσσεις την παρακαταθήκη σου; Θα πέσει φωτιά να σε κάψει και είσαι και πολύ τριχωτός, ρε παππούλη! Λαμπάδα της αναστάσεως θα γίνεις. Ένας ήταν ο Παπαφλέσσας και μετά το καλούπι έσπασε. Τα λάβαρα έγιναν χρυσά κι ασήκωτα. Πάρε, λοιπόν, κι εσύ το όσκαρ το πλαστικό, τη μουτσούνα την άκαμπτη, για να θυμάσαι το σκοπό της ύπαρξής σου!

And the winner is… ταμ ταμ, ταμ ταμ, ταμ ταμ… Μα τι άλλο; Η πιο εφαρμοστή εκ των μασκών ανήκει στην πολιτική! Αμφιβάλει κανείς; Δεν το νομίζω… Εδώ ταιριάζει απόλυτα και ο όρος «μασκαράς». Η μουτσούνα εφαρμοστή τόσο, που το ίδιο το πρόσωπο παίρνει το καλούπι της αθλιότητας. Κι ο καλύτερος μασκαράς πρώτος το λίθο βαλέτω! Και που θα τον «βαλέτω»; Μα στον άμοιρο τον Έλληνα θα τον ρίξει. Τον έρμο τον Γκρέκο μασκαρά, όπου κι αυτός, τυφλός από τη ματαιοδοξία του, δεν μπορεί να ξεχωρίσει τη μάσκα από το καθαρό πρόσωπο. Να πάρει τον καρνάβαλο και να τον κάψει. Δικαιωματικά, λοιπόν, η χειρότερη μάσκα ανήκει στα  βαμπίρ της καθημερινότητάς μας, τους πολιτικούς.

Κι εμείς τι έχουμε να περιμένουμε ύστερα απ’ όλα αυτά; Μα την καθαρά Δευτέρα, βέβαια! Έχουμε ξεφορτωθεί κάθε είδους μάσκα και προσπαθούμε να πετάξουμε την έντασή μας στον ουρανό. Ανεβάζουμε τα προβλήματά μας πάνω σε έναν χαρταετό και τα αφήνουμε να αεριστούν, κρατώντας τα από μια κλωστή. Πολλοί τα κατεβάζουν ανανεωμένα κι άλλοι τα αφήνουν να τα πάρει ο αέρας. Τι κάνω εγώ; Το καλύτερο! Τα τυλίγω σε ηλεκτροφόρα σύρματα και τα αφήνω κρεμασμένα, για να τα βλέπω και να γελάω. Να γελάω με τις μουτσούνες τις Ελλάδας, με τη κατάντια μας…

 Νεκτάριος Μπουτεράκος