Prison Κλαίει…

 

Καθόμουν, που λέτε, την Κυριακή το μεσημέρι μπροστά στο χαζοκούτι. Τι να κάνω ο άνθρωπος; Μια Κυριακή μου μένει να ξεκουραστώ, μετά από δωδεκάωρα καθημερινής δουλειάς και μισθό στα 450€. Στο θέμα μας, όμως… Κάνοντας επαναλαμβανόμενο ζάπινγκ, μήπως και βρω κάτι σε μια εποχή τηλεοπτικής κρίσης, έπεσα σε μια παλιά ασπρόμαυρη ταινία με πρωταγωνιστή το αξεπέραστο, μικροσκοπικό, δείγμα εύκολου κλάματος, τον Βασιλάκη Καΐλα. Τα μέλια και τα δάκρια έσταζαν από την οθόνη. Μα τι καλό παιδί; Τι υπόδειγμα γιού; Τι εργατικότητα, υπομονή, καρτέρια, και το κυριότερο τι πηγή ευφυΐας! Ενθουσιάστηκα τόσο, που αναρωτήθηκα πότε θα γίνω κι εγώ πατέρας.

Την ταινία, εννοείται πως δεν την παρακολούθησα. Έπλασα, όμως, μια δική μου φέρνοντας το δύστυχο, καταπονημένο μικρό στο σήμερα. Εντελώς διαφορετικές εποχές, θα μου πείτε! Ε, δεν νομίζω! Τριτοκοσμικές καταστάσεις τότε, τριτοκοσμικές καταστάσεις και σήμερα. Πεινούσαν τότε, πεινάμε και σήμερα. Με σκισμένο βρακί τότε, με σκισμένο στρινγκ και σήμερα! Ελάχιστες οι διαφορές.

Σήμερα, λοιπόν, ο, εν λόγω, Βασιλάκης θα ήταν ένα πανέξυπνο, πλην φτωχό, παιδί, κατατρεγμένο από την αδηφάγο κοινωνία, με μια δόλια μάνα να καθαρίζει τις μαρμάρινες σκάλες μιας άδειας, από χρήματα, τράπεζας. Χαίρεται η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Τρέφονται με την ευτυχία τους και τα λίγα ψίχουλα που παίρνει από τη δουλειά της. Τι τρώνε; Παξιμάδι, βέβαια, καθώς και ψωμί που το κάνουν παξιμάδι, αλλά και με το σκατό τους, που κι αυτό παξιμάδι το κάνουν. Όλα στραβά κι ανάποδα τους πάνε, αλλά πάντα με το χαμόγελο στα αποξηραμένα χείλη. Κι εννοείται πως ο νόμος του Μέρφυ κυνηγάει τέτοιες καταστάσεις.

Όπως ήταν σκυμμένη η χαροκαμένη μάνα, με τη μάπα ανά χείρας και τον ιδρώτα για λούστρο, περνάει ο χοντρός ο διευθυντής της τράπεζας με μια μπαγκέτα φορτωμένη με χιλιάδες καλούδια. Ανεβαίνει ο τριαξονικός  διευθυντής την απαστράπτουσα σκάλα, αφήνοντας ψίχουλα, για να ξαναβρεί το δρόμο του. Κοιτάζει η μάνα τη ξέχειλη φρατζόλα και παθαίνει νευρικό κλονισμό. Πετάει τη μάπα στον αέρα, αφήνει τον κουβά να γίνει καταρράκτης και ορμάει με μανία στο υπερτροφικό θεριό. Του βουτάει τη μπαγκέτα και… καλωσορίσατε στη φυλακή.

Γυρίζει ο Βασιλάκης από το σχολειό στο καλύβι τους στα νταμάρια, ψάχνει τη μάνα, άφαντη η βασανισμένη χήρα. Μπαίνει στο λεωφορείο ο Βασιλάκης να πάει στη δουλειά της. Τον πιάνει ελεγκτής χωρίς το εισιτήριο. Φωνάζει ο ελεγκτής, κλαίει ο Βασιλάκης, που το ‘χει κι εύκολο, ουρλιάζει η απέναντι «Κρίση έχουμε, άστο τ’ ορφανό!». Κάνει στάση το λεωφορείο, το σκάει ο Βασιλάκης από τα χέρια του ωρυόμενου ελεγκτή. Φτάνει στη δουλειά και μαθαίνει για το δράμα! Δράμα ο Βασιλάκης! Τι Καΐλας, τι Καήλας…

Κι εκεί είναι που αρχίζει να χρησιμοποιεί το μυαλό του. Από τα 11 στο Πανεπιστήμιο μπήκε, να μη το χρησιμοποιήσει το γεννοβόλο το μυαλό; Συνέδραμε, βέβαια, κι ένα Αμερικάνικο σήριαλ που χάζευε από την τηλεόραση του γείτονα, το περασμένο καλοκαίρι στα κρυφά. Φωνάζει τον κολλητό από το διπλανό καλύβι και του ζητά τη χάρη τη μεγάλη. Κοκκινίζει, πρασινίζει, γίνεται μπλε ρουά, το γειτονάκι, αλλά τελικά τον βοηθά.

Την άλλη μέρα, πουρνό – πουρνό, ο Βασιλάκης τρέχει να προλάβει το επισκεπτήριο. Σε μια τσαντούλα παξιμάδια και το ύφος το κλαμένο, ζητά να δει τη δόλια μάνα. Τον ψυχοπονά ο φύλακας και του δίνει την άδεια. Κλάμα η μάνα για το παιδί, κλάμα το παιδί για τη μάνα. Του ‘ρχεται το κόψιμο του Βασιλάκη και ζητά μια τουαλέτα. Από πίσω και η μάνα. Όταν μένουν μόνη στην τουαλέτα τη σκοτεινή, χαμογελά ο Βασιλάκης σαν κατεβάζει τα βρακιά του και δείχνει το τι ζωγράφισε στο κολαράκι του. Σχέδιο απόδρασης και παθαίνει το σοκ η μάνα με τον έξυπνο το γιό της. «Που τα βρήκες όλα αυτά;» , τον ρωτά η δόλια μάνα. «Μα στο διαδίκτυο, φυσικά! Τι σόι χάκερ είμαι;», απαντά ο μικρός Αϊνστάιν.

Και το σχέδιο μπαίνει σε εφαρμογή. Το ‘χει το ηλεκτρονικό ο Βασιλάκης, πατάει δύο – τρία κουμπιά στον υπολογιστή του σχολείου και να ‘σου οι πόρτες της φυλακής, διάπλατες, σαν τις πόρτες της Ελλάδας στη Γερμανία. Τρέχει η μάνα στο παιδί, τρέχει το παιδί στη μάνα.

Μέλια και δάκρυα στάζουν για μια ακόμα φορά στην οθόνη. Τέλος για την ταινία τη μελό, τέλος και η δική μου η φαντασιοπληξία. Το δεύτερο επεισόδιο του Prison Κλαίει, την επόμενη εβδομάδα…

Νεκτάριος Μπουτεράκος