Για μια άσπρη μέρα

Τι ζητάμε εμείς οι Έλληνες μια τόσο μαύρη κι άραχνη εποχή που περνάμε; Μια άσπρη μέρα! Ακριβώς… Μια άσπρη μέρα για να ανασάνουμε, να νιώσουμε λίγο καλύτερα, για μια μικρή ελπίδα στον ορίζοντα, βρε παιδί μου! Άσπρη μέρα δεν ζητούσαμε; Καλά να πάθουμε! Τι εννοώ; Μη μου είσαστε βιαστικοί, στην πορεία θα το καταλάβετε.

Αν υπάρχει ένα πράγμα που δεν αντέχω, αυτό είναι το μποτιλιάρισμα. Πάρε μου τα λεφτά, απόλυσέ με, σκότωσέ μου και την πεθερά, αλλά μη με βάζεις μπροστά από ένα τιμόνι και να οδηγάω σε δρόμους σταματημένους, όπως τα μυαλά του Παπανδρέου. Αποφασίζω, που λέτε, να κάνω μια βόλτα Κυριακάτικη στο κέντρο της Αθήνας. Έναν περίπατο στο Ζάππειο, βρε αδελφέ, να δω κι εγώ μια άσπρη μέρα. Καθαρός ουρανός, τα κανάλια δεν διαφήμιζαν καμία πορεία, οπότε άφησα τη μάσκα για τα χημικά στο σπίτι, πήρα το αυτοκίνητο με τη βενζίνη να παραπαίει στο τελείωμά της και τράβηξα για το κέντρο. Η Πειραιώς άδεια, σαν τη τσέπη μας, κι εγώ με ένα χαμόγελο να λάμπει, σαν τη μικρή καράφλα μου.

Η Ομόνοια γνωστή! Ανοίγεις το παράθυρο και αναρωτιέσαι σε ποια Βαλκανική χώρα έχεις χαθεί. Αν περάσει κανένας έλληνας, χαίρεσαι σαν παιδί που του χαρίζουν γλειφιτζούρι.  Αν προλάβεις, βέβαια, να τον χαρείς τον σπάνιο Έλληνα, γιατί από τον τρόμο μην έρθει αντιμέτωπος με κάνα στιλέτο, τρέχει πιο γρήγορα και από τον Λούη! Παίρνοντας τη στροφή προς Σταδίου, χαμογελώντας με τα χάλια μας, έρχομαι αντιμέτωπος με τον θάνατο. Ο δρόμος της Σταδίου γεμάτος, όπως το σύνταγμα με τους αγανακτισμένους στις καλές εποχές της αρχής της κρίσης. Ούτε μπρος, ούτε όπισθεν. Κολλημένος σε ένα τιμόνι, να ψάχνω για την άσπρη μέρα και με το ραδιόφωνο να κλαίει με το «Μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά». Στους δρόμους να δεις πως είναι…

Δεν έφταναν όλα αυτά, ήρθε και η βροχούλα. Πλίτσι – πλίτσι  στο παρμπρίζ, κρόσι – κρόσι τα νεύρα μου. Ψάχνω τα cd μου και βάζω την αγαπημένη μου Νατάσα. Κι εκεί που έχω ακούσει τα 2/3 της δισκογραφίας της και έχω φτάσει στα μέσα της Σταδίου, βλέπω έναν αστυνομικό να με πλησιάζει. Ασυναίσθητα βάζω το χέρι στη ζώνη. Δεν είμαστε για κλήσεις. Το τελευταίο κτήμα στο χωριό το πούλησα για να γεμίσω τα ντουλάπια και τη κοιλιά μου. «Κατεβείτε!», με διατάζει το όργανο. «Μα τι έκανα;», αναρωτιέμαι εγώ το όργανο της χαλασμένης κοινωνίας. «Γυρίζουν ένα διαφημιστικό σποτ στο σύνταγμα και εκτός αυτού γίνεται μια συναυλία για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Δεν πρόκειται να συνεχιστεί η κυκλοφορία μέχρι της 9 το βράδυ. Κάντε μια βόλτα και, μη φοβάστε, θα σας προσέχουμε εμείς το αυτοκίνητό σας». Αν είναι να μου πληρώσετε την ασφάλεια, σας το χαρίζω, σκέφτομαι εγώ. Αφήνω το μισοσβησμένο αυτοκίνητο και την Νατάσα να τραγουδάει την «Κόκκινη γραμμή» κι εγώ ψάχνω τη γραμμή που θα με οδηγήσει στην άσπρη μέρα μου.

Φτάνω, που λέτε, ποδαράτα στο Σύνταγμα. Κόσμος, χαμός! Να σου μπροστά μου ένα χορευτικό με ημίγυμνες γυναίκες να χορεύουν κάτω από την βροχή με κατάλευκες ομπρέλες για ένα διαφημιστικό γνωστού γιαουρτιού. Τόσες πολλές λευκές ομπρέλες, όπου η μέρα από γκρίζα είχε γίνει λευκή. Και ο κόσμος ουρά! Όχι για να δει τις ημίγυμνες ανορεκτικές Αντζελίνες Ζολί να χορεύουν σε ρυθμούς λάτιν, αλλά γιατί μοίραζαν γιαούρτι δωρεάν. Πανικός σας λέω! Τσάντες, τα γιαούρτια. Σκέτα, με δημητριακά, με φρουτάκια. Τέτοια ζήτηση ούτε τα φρουτάκια του κουλοχέρη στο καζίνο του Λουτρακίου, σε εκείνες τις ξεθωριασμένες, πλούσιες εποχές.

Προσπερνάω το διαφημιστικό σποτ, τρώγοντας ένα γιαουρτάκι με δημητριακά. Έτσι, για να διατηρήσω τη γραμμή μου, έστω κι αν έχει μπει η ζώνη μου τρεις τρύπες μέσα. Ανεβαίνω τα σκαλιά της πλατείας και αντικρίζω τη Βουλή των Ηλιθίων… Συγγνώμη, των Ελλήνων ήθελα να πω. Όχι, ότι έχει και μεγάλη διαφορά! Μια τεράστια εξέδρα στημένη ενδιάμεσα των ευζώνων με τις μίνι φουστίτσες και το βγαλμένο φρύδι και ο Νταλάρας στο σανίδι να τραγουδάει για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Τι καλός άνθρωπος; Τι κι αν έβγαλε τόσα λεφτά στη ζωή του, όπως ο ίδιος δηλώνει; Να τον τώρα να θυσιάζεται για το καλό των συμπατριωτών του. Βέβαια, η άποψη των συμπατριωτών του δεν συμβαδίζει με τη δική του. Πανζουρλισμός κάτω από την εξέδρα. Όχι από θαυμασμό, αλλά από εκνευρισμό. Τι «προδότη» να τον στολίζουν, τι «πουλημένο» να τον αποθεώνουν. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά και η βροχή να δυναμώνει. Άσπρη μέρα ήθελα ο δόλιος. Την βρήκα, όμως, ο τυχερούλης! Που; Μα στο γιαούρτωμα, βέβαια. Έφαγε μπόλικα ο Νταλάρας, με το μικρόφωνο ανά χείρας – δεν του έφτανε η πρώτη φορά – έφαγα κι εγώ και την είδα επιτέλους την άσπρη μέρα.

Μέσα σε μια τέτοια ιστορία δεν μπορεί να λείπει και ο άνθρωπος που αποκαλείται «ηλίθιος». Μην κοιταζόσαστε! Όχι, δεν είναι κανένας από σας! Ο ηλίθιος είμαι εγώ! Γιατί; Που πας ρε κακομοίρη Έλληνα να χαρείς μια άσπρη μέρα στο κέντρο της Αθήνας; Εκεί το πολύ πολύ να βρεθείς μαχαιρωμένος ή να ασφυκτιάς από τα χημικά ή να ακολουθείς την νέα μόδα του κέντρου… το γιαούρτωμα! Καλή μας όρεξη!

Νεκτάριος Μπουτεράκος