25η Μαρτίου 1973 & 17η Νοεμβρίου 1821

Σήμερα είναι η παγκόσμια μέρα του ύπνου! Γελάτε; Κι όμως, για ρίξτε μια ματιά στο διαδίκτυο. Βεβαίως, γιορτάζουμε τη μέρα του ύπνου! Δηλαδή, για να καταλάβω, δεν θα ανοίξω ούτε βλέφαρο σήμερα; Θα πάω στη δουλειά, παρέα με το αγαπημένο μου μαξιλάρι με τον Σνούπι, και θα το ρίξω στο ροχαλητό κάτω από το έκπληκτο βλέμμα του διευθυντή, που καραδοκεί με την καραμπίνα της απόλυσης; Ε, δεν νομίζω! Τελοσπάντων, μετά από λίγες μέρες είναι η παγκόσμια μέρα της ποίησης. Όσα ποιήματα δεν με μπούκωσαν στο σχολείο θα τα διαβάσω τη μέρα εκείνη. Αν το ψάξεις, κάθε μέρα έχουμε και μια γιορτή, ένα πανηγύρι, έτσι γιατί δεν έχουμε άλλη δουλειά να κάνουμε…

Αναρωτιέμαι, όμως, πότε είναι η παγκόσμια μέρα του κουφού! Γιατί; Ανοίγω, που λέτε, την τηλεόραση το μεσημεράκι μετά τη δουλειά για να χαλαρώσω. Έβαλα σε ένα πιάτο και μια μπουκιά φαί, για να μην πέσω στα πατώματα ο άνθρωπος. Που να ήξερα ο δόλιος πως θα χρειαζόμουν ένα γερό ξεβουλωτικό ύστερα από αυτό… Να σου, λοιπόν, απέναντί μου μια όμορφη ξανθιά ύπαρξη, η οποία, παρά τα χρόνια της και τις αμέτρητες πλαστικές, που εναγωνίως αρνείται πως έκανε, προσπαθούσε να πάρει συνέντευξη από μια διάσημη ιστορικό. «Μα σας παρακαλώ, μην επιμένετε, το είδα με τα μάτια μου σας λέω, δεν μπορείτε να με διαψεύσετε…», προσπαθούσε η ξανθιά παρουσιάστρια να πείσει την ιστορικό, που μέχρι και τα σκουλαρίκια της μαρτυρούσαν τα βραβεία Νόμπελ που είχε πάρει. Έμεινα με το κουτάλι απέναντι από το στόμα μου και τις φακές να τσιρίζουν, για το πότε θα καταναλωθούν. Εγώ, όμως, προσπαθούσα να καταλάβω τη συνέντευξη. Το λόγο πήρε η ιστορικός. «Μα τι λέτε κυρία μου! Είναι δυνατόν να αμφισβητείτε, τόσα χρόνια έρευνας;». Έξαλλη η ιστορικός. Η πλισέ ρυτίδα είχε τεντώσει, χωρίς να κάνει τα δέκα απανωτά λίφτινγκ. Οι φακές ακόμα μου φώναζαν, μετέωρες απέναντί μου, αλλά εγώ παγωμένος προσπαθούσα να καταλάβω την αντιδικία. Τελικά με πίεσαν πολύ και έβαλα το κουτάλι στο στόμα. Τι το ήθελα! Ακούω την ξανθιά, απόφοιτο του τμήματος παρουσιαστικής τηλεοράσεως του Χάρβαντ, να αναλύει και να τεκμηριώνει τις εκβαθυμένες σκέψεις της. «Μα το είδα σας λέω στους 300 του Λεωνίδα! Απίστευτη ταινία. Ο Ξέρξης ήταν μαυριδερή ψηλή αδελφάρα, που την έπεφτε ακατάσχετα στον δικό μας τον Λεωνίδα! Πολύ αντρουά τύπος αυτός ο Λεό, ρε παιδί μου, το έχουμε εμείς οι Έλληνες αυτό…». Για το πότε εκσφενδονίστηκαν οι φακές στον απέναντι τοίχο και το κουτάλι στη τζαμαρία, για το πότε σηκώθηκα πνιγμένος και βαμμένος σε χρώμα μελιτζανί, να ψάχνω τη βεντούζα της τουαλέτας για να ανοίξω την αναπνευστική μου οδό, δεν ξέρω… Το μόνο που ξέρω είναι πως είχα άγιο εκείνη τη μέρα. Ίσως ήταν η παγκόσμια μέρα της τύχης.

Ας περάσουμε στο δεύτερο περιστατικό. Μεγαλοβδομάδα θυμάμαι πως ήταν, όταν βρισκόμουν ο άμοιρος στο γραφείο με το πρόσωπο κολλημένο στην οθόνη του υπολογιστή και τον στιγματισμό μου να ανεβαίνει σταθερά στα ύψη. Δίπλα μου είχα διπλωμένο ένα λιτοδίαιτο τοστάκι με μια μαραμένη ντοματούλα μόνο, εφόσον ως καλός χριστιανός, νήστευα. Μία μεγάλη Παρασκευή δεν τρώμε το λάδι, είπα κι εγώ να το τηρήσω. Μπαίνει, λοιπόν, η ξανθιά η συνάδελφος μέσα στο γραφείο. Ο τόπος βρώμισε τζατζίκι και κρεμμύδι. Τη βλέπω, λοιπόν, να μασουλάει τον γίγαντα τον γύρο με το γιαουρτοσκόρδιον. «Μα καλά», της λέω, «δεν νηστεύεις; Τρως κρέας μεγάλη Παρασκευή;». Με κοιτάει με διάπλατα μάτια, με στήθη τσιτωμένα από την προσθετική, και το μανό σε χρώμα τσιχλοφουσκέ να θέλει απεγνωσμένα να το σκάσει από τα νύχια της. «Δεν τρώνε κρέας σήμερα;», με ρωτάει με μια φωνή κάτι ανάμεσα σε Μπάρμπι και μαστουρωμένη Τζούλια Αλεξανδράτου. «Πάσχα είναι ρε κοπελιά! Νηστεύουμε…», της απαντάω ο χαροκαμένος ιδιωτικός υπάλληλος των 450€. «Ααααα», τσιρίζει αυτή, «είναι η γιορτή, που εκείνη η χαριτωμένη κυριούλα με τη κοιλιά τούρλα, γέννησε ένα σκασμένο μέσα σε μια σπηλιά και κάποια χαριτωμένα ζωάκια τριγύρω να γκαρίζουν;». Μετά το κενό… Δεν θυμάμαι αν λιποθύμησα ή αν έπαθα εγκεφαλικό. Πάντως για να μη θυμάμαι, κάτι σίγουρα έπαθα.

Το τρίτο περιστατικό, που με σημάδεψε εις βάθος, ήταν θυμάμαι την περασμένη 28η Οκτωβρίου. Παραμονές, λοιπόν, μπαίνει μέσα στο σπίτι το καμάρι μου. Ο γιόκας μου ο μονάκριβος και καλοαναθρεμμένος. «Μαμά, μαμάκα…», άρχισε να φωνάζει. Στον μπαμπάκα ούτε ένα βλέμμα. Χεσμένο τον έχουν τον μπαμπάκα, που πληρώνει, τα παλιοσκατά. Τελοσπάντων, τρέχει η ξανθιά μητερούλα για να δει τι έπαθε ο καλομαθημένος κανακάρης της. «Μαμάκα θέλω να μου σιδερώσεις εκείνη τη λευκή πλισέ φουστίτσα που φοράω στην παρέλαση. Αύριο θα παρελάσουμε με το σχολείο…». Δεν είναι γιός μου αυτός, σκέφτομαι, δεν είναι αίμα από το αίμα μου και σάρκα της σαρκός μου! Τη Δευτέρα θα πάω για εξέταση DNA. Δεν μιλάω. Μου έχει κοπεί η λαλιά. Μιλάει, όμως, η ξανθιά η γυναίκα μου. «Αχ, γλυκό μου αγοράκι! Τα μπέρδεψες! Την 25η Μαρτίου φοράνε τη στολή του τσολιά! Τότε που οι Γερμανοί κατέλαβαν την Ελλάδα και μας σκλάβωσαν για τετρακόσια χρόνια. Πόσες ιστορίες  μου είχε πει ο παππούς σου για εκείνο τον Πασά, μωρέ πως τον έλεγαν… Α, ναι Χίτλερ τον έλεγαν! Αυτός που έπνιξε την κυρά Φρόσω στη λίμνη Πλαστήρα…». Μα γιατί να μην είναι η παγκόσμια μέρα του κουφού; Γιατί να είμαι να αναγκασμένος να ακούω αυτό το ιστορικό παραλήρημα; Μήπως ζω σε μια συνεχόμενη παγκόσμια μέρα των ξανθιών; Μια ξανθιά μέρα της Μορμότας; Άραγε να είναι η 25η Μαρτίου 1973 και η 17η Νοεμβρίου 1821; Μήπως ζω σε παράλληλο σύμπαν; Μήπως;

 

Νεκτάριος Μπουτεράκος