Το δέντρο

Παγωνιά! Αυτό με είχε κυριεύσει… Τα πόδια μου ήταν βαριά, ασήκωτα. Την καρδιά μου δεν την άκουγα. Ίσως ήμουν νεκρός. Ήθελα να ήμουν νεκρός. Η αναπνοή μου, παγωμένη κι αυτή… Δεν είχα αισθήσεις. Είχαν εκφυλιστεί. Ο δρόμος ήταν υγρός και ο καιρός μουντός. Το κρύο διαπεραστικό. Εγώ, βέβαια, δεν το ένιωθα. Όπως περπατούσα στο μικρό δάσος, μια μικρή ριπή ανέμου μου πάγωσε τα δάκρυα. Το μονοπάτι το ήξερα καλά. Τα ίχνη μου ήταν ανεξίτηλα στο χώμα. Φώναζαν τα χρόνια μου. Μύριζαν τα συναισθήματά μου. Από μικρό, άγουρο αγόρι το ακολουθούσα. Κάθε στιγμή που έσφυζα από ευτυχία, κάθε φορά που σπάραζα από δυστυχία, κάθε γέλιο, κάθε δάκρυ είχε αποτυπωθεί σε αυτό το χώμα. Στα χορτάρια που το πλεύριζαν.

Κι εκείνη την άθλια μέρα, κι εκείνη τη στιγμή που ένιωθα ορφανός – που ήμουν ορφανός – το μονοπάτι αυτό τρανταζόταν από το βάρος μου. Τα βήματά μου ήταν τυφλά. Το γνώριζα καλά. Κάθε σπιθαμή του. Δεν χρειαζόταν να το αντικρίζω. Τα μάτια μου ήταν μαύρα, άψυχα, σαν εκείνου! Διάσπαρτες λάμψεις τριγύρω είχαν το χρώμα της ώχρας, σαν το κέρινο πρόσωπό του. Αυτό το πρόσωπο που κάποτε μου χαμογελούσε, αυτό που μου χάρισε τη ζωή. Δεν υπήρχε πια… Ούτε εγώ! Μέχρι και τις μυρωδιές γνώριζα! Αυτό το δάσος ήμουν εγώ…

Ξάφνου σταμάτησα! Ο χρόνος σταμάτησε. Αισθάνθηκα κάτι ξένο, αλλόκοτο. Κράτησα τα μάτια ερμητικά κλειστά και ζάρωσα τα ρουθούνια. Η μυρωδιά ήταν ξένη. Κάτι άγνωστο στεκόταν μπροστά μου. Το ένιωθα. Η καρδιά μου άρχισε πάλι να χτυπά. Άνοιξα τα κρυσταλλωμένα μάτια μου. Με έτσουξαν! Τότε το αντίκρισα. Ψηλό, αγέρωχο, με δυνατό κορμό και με άκρα, σαν πυκνές, χοντρές και ακανόνιστες τρίχες. Ήξερα αυτό το δάσος, σαν το ίδιο μου το σώμα. Κι αυτό το δέντρο δεν υπήρχε εκεί νωρίτερα. Ήταν ξένο, παρείσακτο και έστεκε μπροστά μου, πάνω στο μονοπάτι μου. Λες και είχε πέσει από τον ουρανό και καρφώθηκε αδιάλλακτο στο χώμα.

Ξέχασα τη θλίψη μου! Αψήφησα τον πόνο μου! Ήθελε να ασχοληθώ μαζί του, να το εξερευνήσω. Κι εγώ πιάστηκα στο αγκίστρι του, σαν ένα ανόητο, ασημόχρωμο ψάρι. Με τράβηξε με την αόρατη πετονιά του και με καταβρόχθισε με λαιμαργία. Τα βήματά μου ήταν αργά, αλλά το βλέμμα μου διερευνητικό. Διείσδυσα μέσα του. Περπάτησα γύρω του. Το παρατήρησα, σαν τον απαράμιλλο εχθρό μου. Ο κορμός του ήταν σκουρόχρωμος και αδιαπέραστος. Φαινόταν τόσο ζωντανός, που νόμισα πως θα κινηθεί. Πως θα αρχίσει να χορεύει στους ρυθμούς του αέρα. Τα κλαριά του μακριά, σαν χέρια ικετίδων, που προσεύχονταν στον μοναδικό θεό τους. Τα φύλλα του μεγάλα και παχιά. Είχαν ζωή! Μπορούσα να δω τις φλέβες τους που πάλλονταν. Αυτό το δέντρο είχε ζωή και πάσχιζε να μου το αποδείξει.

Έβγαλα το χέρι μου από την τσέπη. Ένιωσα το κρύο να το διαπερνά. Οι άκρες των δαχτύλων μου άσπρισαν. Οι κλειδώσεις μου άρχισαν να ανοίγουν.

Το πλησίαζα…

Δύο άσπονδοι φίλοι, ή και εχθροί, επρόκειτο να έχουν την πρώτη τους επαφή. Αυτή την επαφή την αναζητούσε. Ούρλιαζε, καιγόταν να το αγγίξω. Το καταλάβαινα. Κι εγώ δεν μπορούσα να το αποφύγω. Με είχε μαγνητίσει.

Το πλησίαζα…

Ένιωθα τη ζέστη του να με περιτριγυρίζει. Τα δάχτυλά μου δεν ήταν, πλέον, κρύα. Έκαιγαν. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Εναρμονιζόταν με τη δική του. Ήμουν σίγουρος πως αυτό το δέντρο είχε καρδιά.

Το άγγιξα!

Έκαιγε! Ένα ρίγος το διαπέρασε και χύθηκε μέσα μου. Τα μάτια μου έκλεισαν και είδα εικόνες. Ένα ήλιο να με καίει. Ένα χαμόγελο να διαγράφεται στα χείλη μου. Δεν ήταν τα δικά μου χείλη. Ήταν ξένα. Άγνωστα. Το αίμα που έρεε μέσα μου ήταν κι αυτό άγνωστο. Ασύμβατο. Κι άλλες εικόνες! Πεταλούδες σκορπίστηκαν παντού. Χρώματα γέμισαν τον ουρανό. Ένα αίσθημα ευτυχίας πλημμύρισε το σώμα μου.

Τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα. Ακόμα το άγγιζα. Πετάχτηκα μακριά. Έχασα την ισορροπία μου και βρέθηκα στο υγρό έδαφος. Σύρθηκα πίσω, νιώθοντας το κορμί μου να μουσκεύει. Το δέντρο με κοίταζε. Ανταποκρινόμουν. Ήθελε να το αγγίξω πάλι. Κι εγώ το επιζητούσα. Θέλησα να το αγκαλιάσω, να γίνω ένα μαζί του, να τραφώ με τις εμπειρίες του. Είχα εθιστεί. Τα φύλλα του ήταν η νικοτίνη του τσιγάρου μου κι εγώ είχα ανάγκη να γευτώ τον καπνό του. Πήρα μια βαθιά ανάσα και σηκώθηκα. Αντιστάθηκα, αλλά δεν έφυγα. Συνέχισα να το παρατηρώ. Υπήρχαν κάποια σχήματα χαραγμένα πάνω του. Σαν πληγές ξεραμένες, αλλά τόσο ζωντανές. Δεν μπορούσα να διακρίνω αν ήταν αρχικά, αν ήταν σχήματα γνωστά. Ήξερα, όμως, πως ήταν εμπειρίες αποτυπωμένες στο σώμα του. Όχι στον κορμό του… στο σώμα του. Κοίταξα ψηλά. Τα κλαριά του αναρρίγησαν. Με καλούσαν ερωτικά. Τα φύλλα, σαν σαρκώδη χείλια, μου μιλούσαν. Τραγουδούσαν ένα σκοπό ακαταμάχητο. Το τραγούδι της Σαλώμης. Είμαι σίγουρος πως έναν παρόμοιο σκοπό είχε το τραγούδι της και μάγεψε τον Ηρώδη. Έτσι μαγεύτηκα κι εγώ. Είδα τα φύλλα του να πετούν ιστούς από μετάξι και να αγαλλιάζουν το σώμα μου, τα άκρα μου, τη συνείδησή μου. Οι αστραφτεροί αυτοί ιστοί με τραβούσαν πάνω του. Καλούσαν το θύμα τους, για να το παγιδεύσουν και να τραφούν από αυτό. Αφέθηκα στην παγίδα του. Ήμουν δικός του και το ήξερα.

Τότε το αντιλήφθηκα. Έναν περίεργο καρπό στο κέντρο του δέντρου. Μοναδικός και λαχταριστός. Τα χρώματά του άστραφταν στο ίσκιωμα του. Ένας αέρας δυνατός φύσηξε. Ο καρπός ταλαντεύτηκε. Αφέθηκε στο χάδι του αγέρα κι έπεσε. Κύλησε μπροστά στα πόδια μου. Το δέρμα μου είχε μουδιάσει. Το ένιωθα σαν ύφασμα ξένο πάνω στο σώμα μου. Έσκυψα. Το πήρα στις χούφτες και σηκώθηκα. Είχε το σχήμα πεταλούδας. Ήταν μαλακό, σαν άγγιγμα νεογέννητου. Χρώματα απροσδιόριστα. Τα χέρια μου δεν τα όριζα. Τίποτα δεν όριζα. Το μόνο που αισθάνθηκα ήταν τα χείλη μου να το αγγίζουν, τα δόντια μου να σκίζουν τη σάρκα του και μια γλυκιά, ζουμερή αίσθηση να πνίγει τον οισοφάγο μου. Το δέντρο σείστηκε. Τραντάχτηκε ολάκερο, σαν να αντιδρούσε με την πράξη μου. Δεν με ενδιέφερε! Κρατούσα το μήλο κι εγώ ήμουν η Εύα. Ο όφις γέλαγε και ο ουρανός βροντούσε, αλλά εγώ είχα αφεθεί στην αμαρτία μου. Και ήταν γλυκιά, μα τόσο γλυκιά…

Συνήλθα! Τα μάτια μου κόντεψαν να πεταχτούν από τις κόγχες τους. Ο καρπός κύλησε από τα χέρια μου και βρέθηκε στο έδαφος. Πισωπάτησα, σαν να είχα συνειδητοποιήσει το προπατορικό αμάρτημα. Κοίταξα το δέντρο για μια στιγμή κι έτρεξα. Τα πόδια μου ήταν στον αέρα. Η ανάσα μου κοφτή και η καρδιά μου ξέφρενη. Ήθελα να εξαφανιστώ, να κρυφτώ…

Έφτασα μπροστά από το σπίτι μου. Οι θρήνοι μου τρυπούσαν τα αυτιά. Για λίγες στιγμές – όσο κράτησε η γνωριμία μου με το δέντρο – είχα ξεχάσει τον πόνο μου. Κατέβασα το κεφάλι, θάβοντας αυτήν την πρόσφατη εμπειρία βαθιά μέσα μου. Περπάτησα το διάδρομο και στάθηκα μπροστά από την πόρτα αριστερά μου. Γύρισα αργά το κεφάλι και αντίκρισα πάλι το ίδιο χλωμό, άψυχο πρόσωπο. Το δωμάτιο είχε κατακλυστεί από πρόσωπα με υγρά μάτια. Μόνο τα δικά του ήταν στεγνά. Η μαυροφορεμένη μάνα μου έλιωνε δίπλα του. Τα μάτια της είχαν χαθεί μέσα στα δάκρια. Η ψυχή της τον είχε αγκαλιάσει και δεν τον άφηνε να φύγει. Εγώ, όμως, έφυγα. Δεν άντεχα! Κλείστηκα στο δωμάτιο μου κι έχωσα το πρόσωπό μου στα σεντόνια. Δεν έγιναν υγρά. Είχα στερέψει! Έκλεισα τα μάτια κι αφέθηκα.

Ο ύπνος είναι ένας μικρός θάνατος. Το σώμα δεν έχει επαφή. Το δικό μου, όμως, είχε. Το ένιωσα να ξεχειλίζει. Τα χέρια μου χύθηκαν στο πάτωμα και διαπέρασαν τις χαραμάδες του ξύλου. Τα πόδια μου έγιναν πέτρινα και με τραβούσαν μέσα, στον πυρήνα. Το μυαλό μου έγινε βράχος, που βούλιαζε στην νοτισμένη άμμο. Στο δέρμα μου φύτρωσαν κισσοί και κολλούσαν στους τοίχους με τις μικροσκοπικές βεντούζες τους. Η ανάσα μου έγινε λάβα, που ήθελε να ξεχυθεί.

Πετάχτηκα! Δεν ξέρω πόση ώρα είχα κοιμηθεί. Αφού οι σφυγμοί μου επανήλθαν στο κανονικό τους, έφυγα. Ο πολύ κόσμος είχε φύγει κι αυτός. Δεν κοίταξα καν το δωμάτιο. Δεν άκουσα καν τις φωνές τους. Το μυαλό μου ήταν στο δέντρο. Ήθελα να το ξαναδώ. Έτρεξα!

Με περίμενε εκεί. Βαθιά ριζωμένο. Είμαι σίγουρος πως χάρηκε, όταν με αντίκρισε. Ευωδίασε! Δεν φοβόμουν, πλέον. Το άγγιξα. Το αγκάλιασα. Αναστέναξε. Κι εγώ το ίδιο. Έκλεισα τα μάτια μου κι αυτό άνοιξε τα δικά του. Είδα ένα όμορφο, ζεστό σπίτι. Δύο ζευγάρια μάτια, προστατευτικά. Δύο χαμόγελα, που έταζαν αγάπη. Ένα πρόσωπο αντρικό – όχι χλωμό – να γελάει και να ελπίζει. Ένα ακόμα γυναικείο, να αγγίζει και να υπόσχεται. Ένιωσα πραγματική ευτυχία. Την είχα ανάγκη κι ας μην ήταν δική μου. Ύστερα το φως έγινε θολό. Ο ήλιος κρύφτηκε από τα σύννεφα. Το κρύο και η βροχή μαράζωσαν το τοπίο. Το ζευγάρι πέρασε μαυροφορεμένο μέσα από το δάσος. Στάθηκε μπροστά στο δέντρο. Μπροστά μου. Η γυναίκα, φωλιασμένη στην αγκαλιά του άντρα, έκλαιγε, θρηνούσε, σαν τη δική μου μάνα. Μόνο που ο πόνος ήταν πιο δυνατός. Είχε ραγίσει τα πρόσωπα, σαν σπασμένες, πορσελάνινες κούκλες. Ο άντρας ήταν ισχνός, αδύναμος. Άφησαν μια ανθοδέσμη και εξαφανίστηκαν.

Κατέρρευσα στις ρίζες του. Δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Δεν ήθελα να αναπνεύσω. Υπήρχε πόνος πιο δυνατός απ’ τον δικό μου. Πάντα υπάρχει! Είχα στραγγίξει. Ανέβασα τα μάτια μου στον ουρανό. Οι στάλες της βροχής δεν με ενοχλούσαν. Περίμενα! Μέσα στο γκρίζο είδα μια μικρή, χρωματιστή πινελιά. Ένα ψήγμα χαράς! Μια πεταλούδα. Μια μικρή ψυχή… Κατέβαινε, στροβιλίζοντας και παίζοντας με τον αέρα. Είχε μεγάλα, χρωματιστά και διάφανα φτερά. Ήρθε και στάθηκε πάνω στο κεφάλι μου. Μια απίστευτη ηρεμία με πλημμύρισε. Μια ηρεμία, που είχα αισθανθεί μόνο μαζί του. Ήταν αυτός. Το ήξερα! Σηκώθηκα όρθιος.  Στάθηκα δίπλα από το δέντρο. Έκλεισα τα μάτια και χαμογέλασα.

Τα παπούτσια μου σκίζονται! Τα δάχτυλά μου χώνονται βαθιά μέσα στο χώμα. Ψάχνουν να βρουν νερό. Σπρώχνουν το χώμα και ριζώνουν. Τα πόδια μου φουσκώνουν. Ενώνουν και γίνονται σκληρά. Στις φλέβες μου περνάει νερό, όχι πλέον αίμα. Το στήθος μου πυκνώνει κι αυτό. Τα πνευμόνια μου δεν λειτουργούν. Ξέρω ότι φτάνει στην καρδιά. Θα σταματήσει κι αυτή. Αλλά όχι… Δεν σταματάει! Συνεχίζει και χτυπά. Σηκώνω τα χέρια κι αυτά μακραίνουν. Διακλαδίζονται. Τα δάχτυλά μου γίνονται κλαριά, τα νύχια μου χίλια κομματάκια, τα οποία μαλακώνουν και πρασινίζουν. Δεν έχω μάτια, δεν έχω αυτιά, αλλά αισθάνομαι τα πάντα γύρω μου. Αισθάνομαι μια παιδική φωνή να μου μιλάει, να αναρωτιέται, να κλαίει και να χαίρεται ταυτόχρονα, να με ευχαριστεί…

Η πεταλούδα τριγυρίζει γύρω μου. Έρχεται μέσα στα κλαριά μου και γίνεται ένα με μένα. Γίνεται ο καρπός μου. Κι εγώ είμαι ευτυχισμένος… Δεν πονάω πια. Δεν πονάω!

 

Νεκτάριος Μπουτεράκος