Ατέρμονος κύκλος


Έχεις δει ποτέ το φεγγάρι μέσα από ένα σκοτεινό πηγάδι; Φαίνεται πιο προσιτό. Σαν να σε καλεί να το αγγίξεις. Κι ας πνιγείς! Είναι, όμως, κι αυτό ψεύτικο. Σαν τα λόγια αειθαλών ανθρώπων, που οι υποσχέσεις τους φεύγουν με τον άνεμο και σκορπίζονται μακριά. Χάνονται! Κι εσύ μένεις να κοιτάς το άπιαστο φεγγάρι να τρεμουλιάζει πάνω σε έναν υγρό καθρέφτη. Και το είδωλό σου είναι σκοτεινό, κρύο και ακανόνιστο. Κι αφήνεις το φεγγάρι να μένει μόνο του κι αυτό βαθιά μέσα στη γη. Να ουρλιάζει χωρίς ήχο. Κι εσύ να φωνάζεις χωρίς ψυχή.

Περπατάς σε ένα μονοπάτι χωρίς αρχή και τέλος. Στο βάθος τα φώτα της πόλης σε καλούν. Σαν τις σειρήνες στο ταξίδι του Οδυσσέα. Αλλά δεν υπάρχει βαμβάκι να κλείσεις τ’ αυτιά σου. Δεν υπάρχει γάζα να τυλίξεις την πονεμένη καρδιά σου. Και τα κλαδιά απ’ τα δέντρα, σαν εγχειρίδια ακονισμένα σου γαντζώνουν τις σάρκες. Διψούν κι αυτά για ζωή. Θέλουν το σπόρο σου για να βγάλουν ζωή. Τέκνα τυφλά, που θα βγουν απ’ τις ρίζες τους και θα απαιτήσουν ζωή. Κι εσείς αυτή απαιτήσατε, αλλά ποτέ δεν την διεκδικήσατε! Όπως μια μέλισσα ψάχνει τη γύρη κι αυτή την οδηγεί μακριά ο αγέρας, για να μη τη φτάσει ποτέ.

Και τότε βλέπεις το ξέφωτο. Η πόλη σου τραγουδά από μακριά. Ρίχνει τα βέλη της κι όλα σε πετυχαίνουν. Μα στέκεις ακόμα εκεί. Στο ξέφωτο! Δεν έχει έρθει η ώρα. Τα χορτάρια τυλίγονται στα πόδια σου, σε κρατούν να μη φύγεις. Να μην αλλοτριωθείς. Μα εσύ κυνηγάς το φεγγάρι. Αδημονείς να πυκνώσει το δικό σου χορτάρι στο πιγούνι σου. Είναι τα φώτα της πόλης, που σαν μονόφθαλμοι γίγαντες σε μαγνητίζουν. Σε καλούν για να τραφούν κι αυτοί από νιάτα και δροσιά. Και επιθυμείς να γίνεις η θυσία γι’ αυτούς. Όμως, η γη σε κρατά. Για πόσο;

Η πόλη είναι δίπλα, μια δρασκελιά. Ακόμα κι αγέρας σε σπρώχνει σιμά της. Κι η γη δεν έχει περιθώρια. Ο χρόνος περνά και οι δυνάμεις της για σένα εξασθενούν. Τα άκρα σου ξαγκιστρώνονται κι εσύ ορμάς στην αγκαλιά της πόρνης. Πλανεύεσαι κι ακολουθείς το κοπάδι των ομοίων σου. Ο μαγικός αυλός προπορεύεται κι εσύ απλά εθελοτυφλείς. Και το φεγγάρι ανεβαίνει πιο ψηλά. Είναι μια στάλα πλέον. Εσένα σε πετούν στα γρανάζια. Σε συνθλίβουν κι εσύ μακαρίζεις. Σου φορούν κι ακάνθινο στεφάνι κι εσύ γελάς δυνατά, μα χωρίς ψυχή.

Η πόρνη παίρνει μορφή. Γίνεται πάλι όψη θηλυκή, μια Ναυσικά που σου δωρίζει λωτό. Κι εσύ ξεχνάς το φεγγάρι. Αναζητάς το χάδι από χέρια αλαβάστρινα με χαμόγελα από χείλη ροδοντυμένα. Στη σκιά, όμως, παραμονεύουν τ’ αγκίστρια. Εσείς ξέρετε καλά πως ο λωτός κρύβει σκουλήκια, που αρχινούν τη σήψη. Εσύ πάλι δεν αγροικάς! Τότε κι άλλα νεογέννητα ξεπετιούνται από τις ρίζες των δέντρων και διψούν για ζωή. Τη δική σου ζωή. Απλόχερα τους προσφέρεις τα πάντα. Αγαπάς τους βρικόλακες, γιατί είναι η σάρκα σου. Κι αυτοί σου αντλούν κάθε υγρό, λαχταρούν για ψυχή. Μα δεν έχεις ψυχή!

Τότε τα σύννεφα γίνονται βαριά. Σου λυγίζουν τους ώμους. Η πόλη δεν έχει πια φώτα και η πόρνη σβήνει τα κοκκινάδια με την αγριεμένη παλάμη της. Κι εσύ, παρότι σκοτάδι, βλέπεις τη πραγματική της μορφή. Χαμηλώνεις το κεφάλι και σφραγίζεις τα μάτια. Πως μπορείτε και κρύβεστε πίσω από ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιά; Χώνεστε σαν τη στρουθοκάμηλο στην άμμο, μα τα νώτα σας είναι γυμνά. Η πόλη γίνεται βούρκος και σε ρουφά. Βουλιάζεις στα σαπισμένα χώματά της κι εσύ κοιτάς ψηλά να διακρίνεις το φεγγάρι.

Οι δρόμοι της πόλης τελειώνουν. Περπατάς χωρίς παπούτσια, μα οδεύεις προς μια άλλη ελευθερία. Το ξέφωτο ίσα που προλαβαίνεις να το αντικρίσεις, γιατί ο χρόνος σε προσπερνά. Τα δέντρα δεν σου χαράζουν πλέον τη σάρκα, γιατί ήδη είναι χρωματισμένη με βαθιές χαρακιές. Αντίθετα, μαζεύουν τα κλαδιά τους, ζαρώνουν κι αυτά, και σου αφήνουν το δρόμο καθαρό, λίγο ξεκούραστο. Και τα σύννεφα αραιώνουν. Το πηγάδι παραμένει εκεί, βαθύ, υγρό και άγνωστο. Μόνο στην άκρη του στέκει ένα μήλο. Κάποτε ήταν τραγανό και δροσερό. Τώρα οι σάρκες τους σαπίζουν. Αποσυντίθεται κι αυτό. Γίνεται σκόνη και το παίρνει ο αγέρας για να κάνει συντροφιά στη γύρη και τη νέα μέλισσα που τη κυνηγά. Το κουκούτσι κυλά στο πηγάδι. Βουλιάζει βαθιά μέχρι να φτάσει το χώμα κάτω από το νερό. Να γίνει κλαδάκι χλωρό, για να προσπαθήσει να βγει από το πηγάδι. Μα εσύ κοιτάς μόνο το φεγγάρι, που πλέον είναι τόσο κοντά. Έχει κάνει κι αυτό τον ατέρμονο κύκλο του και σου χαμογελά.

 

Νεκτάριος Μπουτεράκος