Πράγματα, που δεν μπορούν να ειπωθούν…

 «Μη… Όχι… Πρόσεχε!», ακούστηκε η φωνή ενός παιδιού που χάζευε αμέριμνο στο δρόμο. Μια φωτεινή λάμψη, καθάριο φως και ο χρόνος κατρακύλησε στην κατηφόρα του παρελθόντος.

Άνοιξα το ένα μάτι. Ύστερα νωχελικά και το δεύτερο. Κρύο ήταν αυτό που με έχει αγκαλιάσει ή μοναξιά; Δεν μπορώ να ξεχωρίσω! Και τα δύο έχουν την ίδια στυφή γεύση. Μάλλον το κρύο ήταν αυτό που περονιάζει το σώμα μέχρι το κόκκαλο, όπως ακριβώς και η μοναξιά περονιάζει την ψυχή.

Μια ματιά γύρω και τι να πρωτοδώ. Αγκαλιές, γέλια, έρωτες, χάδια ακόμα και λύπες, γκρίνιες, τσακωμούς. Κι αυτά στην ζωή δεν είναι; Όλα είναι συναισθήματα που απαρτίζουν αυτό το αλλόκοτο – ίσως και εξωγήινο τελικά – DNA. Χωρίς αυτά, πάλι τα γνωστά… Κρύο, μοναξιά! Τι να επιλέξεις, άλλωστε; Μια ζωή με κρύο και μοναξιά ή το άγνωστο του θανάτου. Να ένα δίλλημα! Μήπως και το να είσαι μόνος εν ζωή ένας μακρύς θάνατος δεν είναι; Τι μικρό μυαλό για να συλλάβει μια τόσο μεγάλη έννοια, να απαντήσει ένα τόσο μεγάλο ερώτημα! Εξάλλου κι ο έρωτας ένα είδος μοναξιάς δεν είναι; Σωστά, αλλά το βιώνεις με κάποιον του είδους σου! Μοιράζεσαι! Ο πόνος όμως;  Δεν είναι κι αυτό ένα είδος θανάτου; Ο πόνος από αγάπη έχει να κάνει με συναίσθημα κι αυτό είναι ζωή και όχι θάνατος. Έστω κι ένα δάκρυ είναι ένα αποτέλεσμα μιας ζώσας λειτουργίας. Όλα τα έμψυχα όντα είναι ικανά να γελάσουν, να κλάψουν, να αισθανθούν. Άλλα περισσότερο κι άλλα λιγότερο.

Ναι, κι εγώ μπορώ έστω και λίγο! Όχι όσο κάποιοι άλλοι, αλλά για μένα είναι αρκετό.  Έχω κλάψει κι εγώ όσο περίεργο κι αν ακούγεται! Μπορώ και κλαίω, μπορώ και γελάω, γιατί έχω κι εγώ ψυχή! Δεν έχω την δύναμη να το πω, να το φωνάξω, αλλά το δείχνω και το φωνάζω μέσα από την μοναξιά μου: ΝΑΙ, ΕΧΩ ΨΥΧΗ! Γελάω με ένα χάδι, με ένα γλυκό λόγο, με μια αγκαλιά. Ένας αποχωρισμός, όμως, και μια εγκατάλειψη με πληγώνει και κλαίω. Μπορώ να κλάψω κι ας μη βγαίνει δάκρυ! Κι ας μην το βλέπεις εσύ! Γιατί δεν το λέω; Το λέω με το δικό μου τρόπο. Όπως γνωρίζεις, υπάρχουν πολλά είδη γλώσσας κι ακόμα περισσότερα που εσύ δεν αντιλαμβάνεσαι. Εγώ δεν μπορώ να καταλάβω την γλώσσα του καθενός. Ίσως να θέλω πολύ περισσότερο χρόνο, ίσως το δικό μου μυαλό να μην έχει τελικά τόσο βάθος. Όμως, δώσε μου λίγο χρόνο να καταλάβω τι θέλεις από μένα! Βρες μου, τουλάχιστον, ένα δάσκαλο να μου μάθει τη γλώσσα σου!

Ξέρεις, έχω ανάγκη για περισσότερο χρόνο μαζί σου. Δώσε μου λίγο χρόνο! Εσύ έχεις τη ζωή σου, την διασκέδασή σου και τους φίλους σου. Εγώ έχω μόνο ΕΣΕΝΑ! Είσαι ο μοναδικός μου φίλος… ο δικός μου φίλος… Μόνο εσύ και δεν θέλω άλλον! Αχ, πώς να στο δώσω να το καταλάβεις! Δεν μπορείς, κι εγώ νιώθω πάλι αυτό το κρύο.. αυτή τη μοναξιά… Μ’ αρέσει να ακούω την φωνή σου! Είναι τόσο ζεστή! Μίλα μου! Ακόμη και αν δεν καταλαβαίνω τον τρόπο σου, καταλαβαίνω τη φωνή σου.

Είναι πάλι, όμως κάτι δεν καταλαβαίνω. Φταίει το μικρό μυαλό μου, το περιορισμένο, το ακαλλιέργητο. Δεν καταλαβαίνω την βία. Την έχω νιώσει, ξέρεις, πολλές φορές. Είναι κρίμα, αλήθεια είναι. Σε παρακαλώ μη με κτυπάς! Εγώ δεν μπορώ να σε χτυπήσω! Εγώ μπορώ μόνο να αγαπήσω και εσένα σε αγαπάω! Κι ας μην το καταλαβαίνεις… Έχω τον τρόπο μου. Ξέρεις τι χρειάζομαι; Μόνο φροντίδα και αγάπη. Τόσο λίγα είναι αυτά που ζητάω.

Και ο χρόνος, ο άπιαστος ο χρόνος τρέχει. Για κάποιους πιο γρήγορα και για άλλους πιο αργά. Εγώ θα γεράσω γρήγορα, το νιώθω. Φρόντισέ με, όταν γεράσω. Και εσύ θα γεράσεις κάποια μέρα και θα χρειαστείς τα ίδια… Αγάπη και φροντίδα. Κι εγώ δυστυχώς δεν θα είμαι εκεί να σε φροντίσω με τον τρόπο μου. Το νιώθω, θα φύγω πιο γρήγορα από σένα. Μπορώ λοιπόν να σου ζητήσω μια χάρη; Θα ήθελα να είσαι μαζί μου στο τελευταίο μου δύσκολο ταξίδι. ΠΟΤΕ μην πεις δεν μπορώ να παρακολουθήσω ή ας γίνει όταν λείπω. Μείνε δίπλα μου μέχρι τη στερνή μου πνοή. Τα πάντα είναι ευκολότερα για μένα, όταν ΕΣΥ είσαι δίπλα μου και μου κρατάς το χέρι ή μου χαϊδεύεις το κεφάλι. Πες μου θα είσαι; Όχι, μην με εγκαταλείπεις σε παρακαλώ, κάνει τόσο κρύο και είναι τόσο μεγάλη η μοναξιά. Σαν θάνατος. Ναι, ο θάνατος είναι καλύτερος. Τον προτιμώ και τον επιθυμώ. Θέλω να τρέξω, να φύγω από το κρύο και την μοναξιά, να φύγω από σένα που με απαρνείσαι. Αυτός ο άχρωμος τσιμεντένιος δρόμος είναι καλύτερος και μπορώ να τρέξω στην λύτρωση μέσα από αυτόν. Μπορώ να τρέξω και να πέσω πάνω σε αυτό το μηχάνημα με τις ρόδες. Δεν θα με πονέσει το ξέρω. Ο πόνος της μοναξιάς μου είναι πιο δυνατός. Να, κοίτα με, ΜΠΟΡΩ…

«Μη… Όχι… Πρόσεχε!».

 

 Νεκτάριος Μπουτεράκος