Η ουσία της ζωής

 

Ο ήλιος μεσουρανούσε και η ζέστη ήταν αφόρητη στο κέντρο της Αθήνας. Το μπλουζάκι είχε κολλήσει πάνω μου, καθώς ανέβαινα την ανηφόρα για την πύλη του νοσοκομείου. Χοντρές στάλες ιδρώτα σχηματίζονταν αργά στο μέτωπό μου. Το πέρασμα κάτω από τον παχύ ίσκιο των δέντρων ήταν αρκετά ανακουφιστικό.

Φτάνοντας στην είσοδο του νοσοκομείου, άκουσα την σειρήνα του ασθενοφόρου. Μου τρυπούσε τα αυτιά. Το όχημα σταμάτησε απότομα μπροστά μου! Τα φρένα του στρίγκλισαν δυνατά. Οι πόρτες άνοιξαν γρήγορα και δύο άντρες έτρεξαν και έβγαλαν το φορείο από το πίσω μέρος. Οι ρόδες από το φορείο χτύπησαν με δύναμη στο τσιμέντο. Η αναπνοή μου είχε κοπεί. Πέρασαν από μπροστά μου αστραπιαία, μα πρόλαβα να δω τι κουβαλούσε το φορείο. Έναν νεαρό, όχι πάνω από 25 ετών, αιμόφυρτο. Το άλικο χρώμα είχε ποτίσει τα σεντόνια, που ήταν ξαπλωμένος. Το μισό του πρόσωπο γδαρμένο, σχεδόν παραμορφωμένο. Πίσω από το ασθενοφόρο σταμάτησε, με την ίδια φόρα, ένα αυτοκίνητο. Μια νέα κοπέλα βγήκε κλαίγοντας, σχεδόν ουρλιάζοντας. Από μάτια, μύτη και στόμα έτρεχαν υγρά απόγνωσης. Ένας μεσήλικας ήρθε δίπλα της και την παρηγορούσε, καθώς ανέβαιναν τα ελάχιστα σκαλοπάτια της εισόδου. Περνώντας δίπλα μου άκουσα την κοπέλα με λυγμούς να λέει, «Μα μόλις παντρευτήκαμε! Και του είπα να μην πάρει την μηχανή σήμερα!». Ο άντρας δίπλα της υπενθύμιζε πως ήταν τυχερός, που δεν είχε σκοτωθεί.

Τα γόνατα μου είχαν κοπεί. Με μουδιασμένα βήματα περπατούσα, σαν χαμένος στον κρύο διάδρομο. Ανέβηκα την εσωτερική σκάλα και μπήκα σε έναν νέο διάδρομο. Προσπαθούσα να θυμηθώ το νούμερο! 106 ήταν, ναι! Σε κάθε πόρτα έβλεπα το πρόσωπο της κοπέλας. Δεν μπορούσε να φύγει από το μυαλό μου. Επιτέλους το 106! Μπήκα, αλλά… είχα κάνει λάθος. Στο κρεβάτι απέναντί μου ήταν ανακαθισμένη μια νέα γυναίκα με ένα νεογέννητο στην αγκαλιά. Εικόνα θρησκευτική έγινε στα μάτια μου. Το βλέμμα της ήταν τόσο προστατευτικό, καθώς κοιτούσε το θαύμα που έφερε στη ζωή, τόσο γεμάτο! Στην καρέκλα δίπλα της καθόταν ένας άντρας, του οποίου τα μάτια άστραφταν. Ήταν υγρά! Με δυσκολία προσπαθούσε να συγκρατήσει τα δάκρια του. Φοβόταν μάλλον να μην τον παρεξηγήσει κανείς, για την αμαρτωλή ευαισθησία του. Ένα χαμόγελο μου ξέφυγε από τα χείλη, ξεχνώντας την δυστυχία που είχα αντιμετωπίσει πριν λίγο. Συνειδητοποιώντας πως είχα μπει σε λάθος όροφο, έφυγα, αφήνοντας το ζευγάρι στην νέα τους ευτυχία.

Κατευθυνόμενος για τον επόμενο όροφο, αναρωτιόμουν αν θα ένιωθα ποτέ έτοιμος να γίνω πατέρας! Τελικά κάτι τέτοιο δεν σε προειδοποιεί, απλά το αντιμετωπίζεις. Αυτή τη φορά κοίταξα την μεταλλική ταμπέλα. Έγραφε παθολογικό, οπότε ήμουν στον σωστό όροφο. Περνώντας τα δωμάτια η ματιά μου έπεφτε κλεφτά μέσα. Κοντοστάθηκα σε ένα από αυτά, επειδή είδα μια ηλικιωμένη γυναίκα, που μου θύμισε έντονα την συγχωρεμένη τη γιαγιά μου. Καθόταν στην άκρη του κρεβατιού, κρατώντας το ωχρό χέρι του, μάλλον νεκρού, άντρα της. Πόσο διαφορετικό το βλέμμα της με το προηγούμενο; Τα μάτια της είχαν ζαρώσει. Δεν έκλαιγε. Είχε στερέψει από δάκρυα. Η θλίψη και η μοναξιά είχαν ζωγραφιστεί στο πρόσωπό της. Ίσως και μια μικρή ανυπομονησία να τον ακολουθήσει. Να μπορέσει να του κρατήσει για μια ακόμα φορά το χέρι κι αυτός με ένα νεύμα του να της δείξει πόσο την αγαπά.

Με έναν βαθύ αναστεναγμό, για τα ανάμικτα συναισθήματα που μου είχαν δημιουργηθεί τα τελευταία λεπτά, συνέχισα προς τον προορισμό μου. Σύμφωνα με τα νούμερα που έβλεπα δίπλα μου, το δωμάτιο που έψαχνα ήταν στο τέλος του διαδρόμου, λίγο μετά το ασανσέρ. Την στιγμή που περνούσα από μπροστά του, άνοιξε. Μέσα ήταν δύο νοσοκόμες, εκ των οποίων η μία έκανε τη στάση της. Η άλλη έμεινε μαζί με ένα καροτσάκι και μια γυναίκα πάνω σε αυτό με άδειο το βλέμμα. Άδειο ήταν και το κεφάλι της από μαλλιά. Το χρώμα της πανιασμένο και τα μάτια της δύο μικρές σχισμές σε μια μαύρη δίνη. Τα χείλη της ξεραμένα και το δέρμα της διάφανο. Με κοίταξε μέσα στα μάτια, αλλά δεν με είδε. Με διαπέρασε. Πάγωσα μέχρι να κλείσει η συρόμενη σιδερένια πόρτα και αλλάξουν όροφο. Η αναμονή του θανάτου πρέπει να είναι φρικτό συναίσθημα.

Ήθελα να φύγω από εκεί μέσα. Ένιωθα ασφυκτικά. Καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια στάθηκα μπροστά από το 106. Στα δευτερόλεπτα της αορατότητας μου, είδα όλα τις προηγούμενες σκηνές να ενσωματώνονται σε μια, με ήρωες δύο οικεία μου πρόσωπα. Την αγωνία της πρώτης κοπέλας να έχει παραμείνει, έστω και ελάχιστα στα μάτια του πατέρα μου. Την ωχρότητα και την διαφάνεια του δέρματος πάνω στην μητέρα μου που ανάρρωνε. Ένα χέρι να κρατάει το άλλο και δυο μάτια να διασταυρώνονται, υποσχόμενα αιώνια αγάπη. Τέλος, το βλέμμα της μητέρας μου, όταν με είδε! Εγώ ήμουν το νεογέννητο εκείνη τη στιγμή κι αυτή το θαύμα που ζωντάνεψε μπροστά στα μάτια μου.

Τόσες εικόνες, τόσα συναισθήματα, μία μόνο ουσία. Η ζωή…

Νεκτάριος Μπουτεράκος