Οι σκιές του φεγγαριού

(Δύο άντρες περπατάνε στο δρόμο. Κατευθύνονται προς την Ακρόπολη).

ΜΑΝΟΣ:        Μερικές φορές… Τι μερικές λέω; Πάντα, είσαι εκνευριστικά καλός! Γιατί έπρεπε να δώσεις το τζίν που μόλις μου αγόρασες σ’ αυτόν τον αλήτη;

ΛΑΜΠΡΟΣ:   Μη μιλάς έτσι! Δεν ήταν αλήτης! Δεν είδες το σκισμένο του παντελόνι; Με τέτοιο κρύο;

ΜΑΝΟΣ:        Μου τη δίνεις άσχημα! Μα ήταν δικό μου…

ΛΑΜΠΡΟΣ:   Θα σου πάρω άλλο!

ΜΑΝΟΣ:        Ακόμα και τώρα είσαι καλός! Πάψε πια…

ΛΑΜΠΡΟΣ:   Κι εσύ κατά βάθος καλός είσαι!

ΜΑΝΟΣ:        Αν υπολογίσεις πως άνετα θα μπορούσα να σε σκοτώσω… Δεν νομίζω ότι μου ταιριάζει ο τίτλος!

ΛΑΜΠΡΟΣ:   Σε μια δύσκολη στιγμή, είμαι σίγουρος πως θα ήσουν πλάι μου.

ΜΑΝΟΣ:        Αυτή η σιγουριά σου θα σε φάει! Και για να μην περιμένεις κάποιο θαύμα, ξέχνα το!

ΛΑΜΠΡΟΣ:   Εγώ, σε ότι χρειαστείς, θα είμαι εκεί…

ΜΑΝΟΣ:        Δεν θέλω! Δεν χρειάζομαι εξάλλου τίποτα! Δεν έχω την ανάγκη σου…

ΛΑΜΠΡΟΣ:   Όλοι έχουμε την ανάγκη του άλλου!

ΜΑΝΟΣ:        Μερικές φορές απορώ πως εμείς οι δύο βγήκαμε από την ίδια κοιλιά! Κάποιο λάθος θα έγινε στο μαιευτήριο. Δεν εξηγείται αλλιώς!

ΛΑΜΠΡΟΣ:   Μη μιλάς έτσι, σε παρακαλώ!

ΜΑΝΟΣ:        Όπως γουστάρω θα μιλάω!

(Έχουν βρεθεί κάτω από την Ακρόπολη, σε έναν απόκρημνο βράχο με θέα την νυχτερινή Αθήνα).

ΛΑΜΠΡΟΣ:   Κοίτα τι ωραία θέα! Η Αθήνα την νύχτα είναι μαγική!

ΜΑΝΟΣ:        Ναι, και τη μέρα εμετική!

ΛΑΜΠΡΟΣ:   Μα, κοίτα το φεγγάρι. Λένε ότι οι σκιές του δείχνουν δύο αδέλφια, που σκότωσε το ένα το άλλο! Δεν πιστεύω πως θα μπορούσε να είχε συμβεί ποτέ κάτι τέτοιο! Κανένας αδελφός δεν θα ήθελε να πάθει κάτι το ίδιο του το αίμα…

ΜΑΝΟΣ:        (Έχει πάει στην άκρη του γκρεμού και κοιτάζει κάτω). Μην κόβεις το λαιμό σου… Άνετα θα σε πέταγα κάτω από τον βράχο. Θα γλίτωνα μια και καλή από σένα!

ΛΑΜΠΡΟΣ:   Μην πηγαίνεις τόσο άκρη, είναι επικίνδυνα!

ΜΑΝΟΣ:        Θες να κάνεις την χάρη στον εαυτό σου και σε μένα και να πηδήξεις από εδώ; (Κοιτάζει καλύτερα προς τα κάτω). Αμάν, είναι πολύ ψηλά!

ΛΑΜΠΡΟΣ:   Γι’ αυτό σου λέω πρόσεχε!

ΜΑΝΟΣ:        Στάματα πια με αυτό το γελοίο σου ενδιαφέρον. Από μικρός το έπαιζες καλός με όλους! Όλοι ενδιαφέρονταν μόνο για σένα! Ο αηδιαστικά καλός αδελφός μου. Κι εγώ ο αδιάφορος, ο κακός, ο ασήμαντος! Σε σιχαίνομαι με ακούς, σε σιχαίνομαι! Εύχομαι να πεθ… (Παραπατάει και πέφτει προς τα πίσω. Τελευταία στιγμή πιάνεται από την άκρη του βράχου). Ααααα! Βοήθα με, αδελφέ μου, βοήθα με…

ΛΑΜΠΡΟΣ:   (Τρέχει προς το μέρος του και του πιάνει το χέρι). Κράτα το χέρι μου…

ΜΑΝΟΣ:        Τράβα με, επάνω! Σώσε με… (Τον κοιτάζει με απορία μέσα στα μάτια). Μα γιατί δεν με τραβάς; Γιατί με κοιτάς έτσι;

ΛΑΜΠΡΟΣ:   Εσύ δεν έλεγες πως ποτέ δεν θα με βοηθούσες αν ήμουν σε δύσκολη θέση;

ΜΑΝΟΣ:        Όχι, αδελφέ μου, ψέματα… ψέματα έλεγα! Σε παρακαλώ, δεν θέλω να πεθάνω!

ΛΑΜΠΡΟΣ:   Κοίτα το φεγγάρι! Κοιτά τα δύο αδέλφια… Τα βλέπεις;

ΜΑΝΟΣ:        Ναι, ναι τα βλέπω! Τράβα με τώρα επάνω…

ΛΑΜΠΡΟΣ:   Αυτή θα είναι και η τελευταία σου εικόνα σε αυτή τη ζωή… (Ανοίγει τα δάχτυλα του χεριού του και τον αφήνει να πέσει στο κενό).

Νεκτάριος Μπουτεράκος