Τόσο λίγα, μα τόσο πολλά…

Δεν ξέρω αν ποτέ διαβάσει κανείς αυτό το κείμενο… Δεν ξέρω αν αυτό το χαρτί θα καταφέρει να επιβιώσει! Αν εμείς καταφέρουμε να επιβιώσουμε…

Τελικά, όταν ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με το θάνατο, όταν αγγίζει τα ακροδάχτυλα του θεού, τότε αλλάζει, μαλακώνει, μετουσιώνεται σε μια αδύναμη φλόγα, που περιμένει ένα ελαφρύ φύσημα ανέμου για να σβήσει. Κι αυτή είναι η στιγμή που συμφιλιώνεται με το βαθύτερο σκοπό του, με τον ίδιο του τον εαυτό, που ποτέ μέχρι τότε δεν είχε ανακαλύψει πραγματικά. Ο φόβος του γίνεται καθρέφτης και το βλέμμα του δαμόκλειος σπάθη, έτοιμη να αποκεφαλίσει συναισθήματα, μνήμες, απόηχους αντιδράσεων. Η ζωή και οι εμπειρίες του καθενός γίνονται πολύχρωμες, ή και ασπρόμαυρες, κορδέλες και ανεμίζουν πρόστυχα στα άδυτα του μυαλού του. Έτσι, σαν ταινία κουλτουριάρη σκηνοθέτη, παίζονται στα μάτια του σκηνές του παρελθόντος και ανοίγουν άπειρα κουτιά της Πανδώρας. Σκισμένα κομμάτια ημερολογίου, σαν ξεχασμένο παιδικό παζλ, ενώνονται και οι θύμησες γίνονται θηλυκές πόρνες που επιδεικνύουν αναίσχυντα τα κάλλη τους.

Έτσι κι εγώ, στο χείλος του αφανισμού, κάνω τον απολογισμό μου. Δεν πασχίζω να σώσω κομμάτια της ψυχής μου, απλά επιζητώ να αντιμετωπίσω τους δαίμονες μου, αλλά και τους αγγέλους που με προστάτευαν αβίαστα μέχρι τώρα.

Οι προστάτες της ζωής μας, συνήθως δεν είναι πολλοί. Είναι, όμως, αρκετοί! Δεν θα συμφιλιωνόμουν ποτέ με την ιδέα πως θα μπορούσα να καταλογίσω χρέη των ελαττωμάτων μου στους ανθρώπους που οφείλω την ύπαρξή μου. Αντίθετα θα γινόμουν καρπός γλυκός, για να χορτάσω την πείνα τους, δροσερός χυμός, για να ανακουφίσω τη δίψα τους. Θα γινόμουν αγέρας ευγνωμοσύνης, γιατί δεν υπάρχουν λέξεις, φτιαγμένες και εμπνευσμένες από ανθρώπινο νου, ώστε να αποδίδουν τα εύσημα, απλά και μόνο για την ύπαρξη και την καθοδήγησή τους. Αν είχα τη δυνατότητα, θα έλεγα λέξεις αγάπης λησμονημένες, ίσως δεδομένες, σε ανθρώπους που δεν έχω πλέον κοντά μου. Είναι μια πληγή αυτή, που μόνο με το χαμό μου θα γιάνει. Σε αυτούς που έχω, όμως, απέναντί μου θα χαρίσω ένα χαμόγελο πραγματικό, θα αφήσω το χάδι μου να γίνει γιατρικό για τον φόβο τους, θα σταθώ δίπλα τους με μια αχόρταγη αγκαλιά, μέχρι οι ψυχές μας μόνο να γίνουν μια σπειροειδής πνοή, αφήνοντας τα άψυχα σαρκία μας στο αδηφάγο χώμα.

Σε όσους πέρασαν από δίπλα μου, χαρίζοντάς μου μια γλυκιά κουβέντα, ένα γέλιο πηγαίο, ένα χέρι σταθερότητας, έναν λόγο παρηγοριάς, θα ουρλιάξω μέσα από τα σώψυχά μου ένα χρωστούμενο ευχαριστώ. Θα τους αποδείξω, έστω και τη τελευταία στιγμή, τον απόλυτο σεβασμό μου προς την ανθρώπινη φύση, προς το δικαίωμα να υποστηρίζεις τη κληρονομιά σου, αλλά και την υποχρέωση να εκτιμάς το κάθε μάθημα της κοινωνίας. Γιατί είναι, πλέον κατανοητή, η μοναδικότητα και μοναχικότητα της ύπαρξής μας, μα η συντροφιά είναι κάτι σαν την αναπνοή μας.

Στην ακολουθία της νοητικής μου παρέλασης έχουν σειρά κι αυτοί που με εκμεταλλεύτηκαν, με κακολόγησαν, ίσως και κάποιοι που να με στράγγιξαν συναισθηματικά. Εδώ το σακούλι γεμίζει περισσότερο. Η πλάστιγγα κλίνει κατά πολύ. Είναι εύκολο για έναν άνθρωπο να πληγώσει, μα είναι τόσο δύσκολο να αγαπήσει! Θα μπορούσα σ’ αυτόν τον όχλο να πετάξω τον χλευασμό μου, να εξαπολύσω τα αγκάθια που αυτοί μου χάρισαν. Μα έτσι θα μαύριζα την ψυχή μου, κι εγώ τη θέλω ανάλαφρη, ασημάδευτη. Θέλω να μπορώ να αντικρύσω το χρώμα του θεϊκού ματιού. Θέλω να μην έχω ούτε γκρι, ούτε μαύρο πάνω μου. Οπότε δεν εκδικούμαι, δεν οριοθετώ! Αφήνω ανοιχτά τα σύνορα της ύπαρξής μου και γι’ αυτούς. Έχουν κι αυτοί, όπως κι εγώ, το δικό τους φορτίο στο κακοτράχαλο μονοπάτι προς τον Γολγοθά. Δεν θα γίνω επιπλέον βάρος για κανέναν.

Εξάλλου τι θα απομείνει; Ένα ίχνος σκόνης στο άπειρο. Μια φευγαλέα εικόνα χρωμάτων και ήχων. Ένα πλήθος συνειδήσεων, που ίσως να μην έχουν κι αυτές που να πορευθούν.

Μα έχει περάσει η ώρα. Δεν προλαβαίνω να κάνω όσα ήθελα. Ποτέ δεν προλάβαινα. Ίσως προλάβω να ρίξω μια ματιά στον καθάριο ουρανό. Ίσως προλάβω να πάρω μια ανάσα μυρωδάτου αέρα και ατενίσω χρώματα που δεν θα ξαναντικρίσω ποτέ πια! Ίσως προλάβω και πω ένα «Ευχαριστώ για όσα έζησα!». Ήταν λίγα, μα τόσο πολλά συνάμα…

Υπογραφή,

Άνθρωπος

Νεκτάριος Μπουτεράκος