Απομεινάρια ζωής

Ο Μωχάμετ άπλωσε το χέρι του, έπιασε το παγωμένο χέρι της Φατμέ και την τράβηξε προς την αίθουσα αποβίβασης. Μία ώρα τους είχε απομείνει στην Ελλάδα.

Σύρθηκαν στην αίθουσα, κοιτάζοντας με άψυχο το βλέμμα δεξιά κι αριστερά. Εκατοντάδες άνθρωποι μπερδεμένοι αναμεταξύ τους. Άνθρωποι χαρούμενοι, άνθρωποι σκυθρωποί, άνθρωποι ευτυχισμένοι, πολλοί απογοητευμένοι. Όλοι τους, όμως, είχαν λίγα κεραμίδια πάνω από το κεφάλι τους. Όλοι τους φιλούσαν με δέος το χώμα της πατρίδας τους. Αυτοί δεν είχαν πατρίδα, ή καλύτερα, είχαν μια πατρίδα που δεν βρήκαν στον ήλιο μοίρα. Ξένοι, μετά από τόσα χρόνια, θα επέστρεφαν εκεί, γιατί τους έφτυσε σαν μίασμα μια νέα πατρίδα, στην οποία είχαν εναποθέσει τις ελπίδες τους.

Η Φατμέ έσφιξε με το χέρι της, το χέρι του άντρα της, του στηρίγματός της. Ήξερε καλά πως είχε πληγωθεί ο εγωισμός του, πως δεν τα κατάφερε να της προσφέρει ολάκερο τον κόσμο, έτσι όπως της είχε υποσχεθεί μαζί με το υγρό φιλί του. Με το άλλο χέρι της κρατούσε την, ελάχιστα φουσκωμένη, κοιλιά της. Ο καρπός της αγάπης τους ήταν φωλιασμένος εκεί. Θα έδινε και την ζωή της προκειμένου να φέρει αυτόν τον καρπό υγιέστατο στον κόσμο. Το χρωστούσε στον άντρα της, αλλά πάνω απ’ όλα στον ίδιο της τον εαυτό.

Τα βήματά τους έγιναν πιο βαριά, σαν να είχαν κολλήσει στο ελληνικό έδαφος, σαν να αρνιόταν το ίδιο τους το σώμα να φύγει από εκεί. Κάθε βήμα βυθιζόταν όλο και περισσότερο στο αφιλόξενο τσιμέντο. Κάθε πνοή ήταν και η τελευταία τους κάτω από τον καταγάλανο ουρανό, που αδημονούσε να τους διώξει.

Στάθηκαν για λίγο μπροστά από την τζαμαρία και κοίταξαν έξω. Είδαν για μια τελευταία φορά τη γαλανόλευκη να κυματίζει. Αγνότητα και ελευθερία! Τίποτα από τα δύο δεν βρήκαν σ’ αυτό το κράτος. Και τώρα, να που φεύγουν δέσμιοι της τύχης τους και φερέφωνα της αφιλοξενίας του.

Ο Μωχάμετ κοίταξε την φιγούρα της Φατμέ, όπως χάζευε από την τζαμαρία. Τόσο μικρή κοπέλα, μα με λιονταρίσια δύναμη ψυχής. Δεν γονάτισε ούτε στην πείνα, ούτε στον χλευασμό. Στάθηκε σαν άντρας μπροστά στην εξαθλίωση των προσωπικοτήτων τους. Θείο δώρο του Αλλάχ η γυναίκα του! Μεγαλύτερο δώρο για αυτόν, το παιδί που κουβαλούσε στα σπλάχνα της. Η θωριά της τον συγκλόνιζε. Μπορεί η κορμοστασιά της να ήταν ισχνή, αλλά το μεγαλείο της ψυχής της ακτινοβολούσε.

Η ώρα πέρασε τόσο γρήγορα που δεν την αντιλήφθηκαν. Ο αντίλαλος μιας φωνής ακούστηκε στον χώρο αναμονής. Ήταν έτοιμοι να επιβιβαστούν στο αεροπλάνο τους. Αυτή τη φορά η Φατμέ άπλωσε το χέρι στον Μωχάμετ. Το χέρι της δεν έτρεμε. Ήταν σταθερό. Σταθερό αρκετά και για τους δύο. Ο Μωχάμετ το έπιασε και την ακολούθησε.

Στον έλεγχο για τα εισιτήρια, η ξανθιά κοπέλα που τα τσέκαρε, τους χαμογέλασε. Τραγική ειρωνεία. Τόσα χρόνια ένα χαμόγελο αποζητούσαν, κι αυτό το βρήκαν την ώρα του διωγμού τους. Το ταλαιπωρημένο ζευγάρι ανταπέδωσε το χαμόγελο, φόρο τιμής στα χρόνια που είχαν ζήσει στην Ελλάδα.

Ο διάδρομος προς το αεροπλάνο τους φάνηκε τόσο μακρύς, όσο και η διαμονή τους εκεί.

Επιβιβάστηκαν και κάθισαν ήσυχα στις θέσεις τους. Μέσα σε λίγα λεπτά η πόρτα του αεροπλάνου είχε κλείσει. Η Φατμέ συγκράτησε ένα δάκρυ. Ο Μωχάμετ όχι. Το άφησε να κυλήσει και να πάρει μαζί του όλη την πικρία που είχε νιώσει στο παρελθόν. Η μηχανή πήρε μπρός. Και η καρδιά του χτύπησε στους ίδιους δυνατούς ρυθμούς. Οι ρόδες κύλησαν. Κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε τους έπαιρνε μακριά. Μάλλον τους έφερνε κοντά σε ένα αβέβαιο μέλλον. Ξαφνικά κόλλησαν στις καρέκλες τους. Απογειώνονταν. Η Φατμέ φοβήθηκε για το μωρό. Ο Μωχάμετ της έσφιξε το χέρι κι αυτή ένιωσε μια επιθυμητή σιγουριά. Πήρε μια βαθιά αναπνοή κι αφέθηκε στην πίεση του αέρα. Περαστική ήταν εξάλλου κι αυτή, όπως όλα σε αυτή τη ζωή.

Μόλις το αεροπλάνο πήρε την ευθεία του, η Φατμέ ένιωσε περίεργα. Όλα είχαν αλλάξει μέσα σε μια στιγμή. Λες και όλα τα αρνητικά συναισθήματα που ένιωθε είχαν μείνει πίσω στο ελληνικό έδαφος. Μια αισιοδοξία πλημμύρισε την καρδιά της. Ένα συναίσθημα που προερχόταν, όμως, από πιο χαμηλά. Από τον πλακούντα της που ήταν ενωμένος με το θαύμα της ζωής. Από εκεί της ψιθύρισε το μωρό της και της έδωσε κουράγιο. Της είπε πως όλα θα πάνε καλά. Να μην ανησυχεί για το μέλλον. Έσφιξε πιο δυνατά το χέρι του Μωχάμετ. Γύρισε και την κοίταξε. Ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη της. Ένα χαμόγελο γεμάτο αισιοδοξία και ελπίδα. Ο Μωχάμετ παραξενεύτηκε. Σύντομα, όμως, ένιωσε να τον διαπερνά ένα ηλεκτρικό ρεύμα που προερχόταν από το χέρι της Φατμέ.

Η στιγμή δεν χρειαζόταν λόγια. Μια ματιά σιγουριάς, ένα χαμόγελο πίστης και ελπίδας. Όλα αυτά ήταν ικανά να κάνουν το ζευγάρι να τραβήξει τον δρόμο του προς τον ουρανό. Έναν αβέβαιο δρόμο, αλλά γεμάτο αγάπη, φροντίδα και συντροφικότητα. 

Νεκτάριος Μπουτεράκος