Η Αυγή και η Νυχτιά

Στις απαρχές του κόσμου, ο Χρόνος έβγαλε από τα σπάργανά του δύο δίδυμες κόρες. Την Αυγή και την Νυχτιά. Ήταν και οι δύο πανομοιότυπες, σαν να τις είχε φτύσει. Καλοαναθρεμμένες και ροδοδάχτυλες. Ήταν περήφανος ο πατέρας για τις κόρες του.

Η Αυγή ήταν πάντα δροσερή, καλοδιάθετη και τα μάτια της άστραφταν με ένα φως που πήγαζε από την ψυχή της. Η Νυχτιά, όμως, ήταν μυστικοπαθής, σκοτεινή και ζηλόφθονη. Ζήλευε τις χάρες της αδελφής της και συχνά προσπαθούσε να της κάνει κακό. Η Αυγή, αντίθετα, μιλούσε με γλυκό τρόπο στην αδελφή της και της συγχωρούσε τις κακοβουλίες της.

Κάποια στιγμή φάνηκε ο πατέρας τους ο Χρόνος, φορτωμένος από την μια τον ήλιο και από την άλλη τη σελήνη. Τα ακούμπησε στο κέντρο του σύμπαντος και κάλεσε της κόρες του.

«Όμορφά μου κορίτσια, σας έφερα από ένα δώρο», είπε με στόμφο στη φωνή. «Αυτός είναι ο Ήλιος ο λαμπερός και χρυσοποίκιλτος και από την άλλη η Σελήνη η σκοτεινή, αλλά πάντα μυστηριώδης και ελκυστική. Ο Ήλιος ανήκει στην Αυγή και η Σελήνη στη Νυχτιά», πρόσταξε ο Χρόνος.

«Μα γιατί πατέρα εμένα μου δίνεις το σκοτάδι και όχι το φως. Το φως, λοιπόν, σ’ αναζητώ!», φώναξε με πάθος και μανία η Νυχτιά.

Ο γέρο Χρόνος, χάιδεψε το μακρύ, λευκό του μούσι.

«Τι έχεις να πεις γι’ αυτά Αυγούλα μου χρυσή;», απεύθυνε τον λόγο στην άλλη του κόρη.

«Δως της πατέρα την φεγγοβολιά κι άσε μου εμένα την σκοτεινιά», δήλωσε η κόρη η σωστή.

«Όποια απ’ τις δυό σας με κουβαλήσει πιο μακριά, αυτή θα πάρει τον Ήλιο τον χρυσό. Προσέξτε μονάχα μην μ’ αφήσετε να πέσω, γιατί θα χαθώ στο μαύρο χάος», πρόσταξε ο γέρο Χρόνος κι αφέθηκε στα χέρια των θυγατέρων του. Η Αυγή τον πήρε πρώτη. Έτρεχε κι γέλαγε, πηδώντας απ’ άστρο σ’ άστρο. Έκανε τον μισό κύκλο, γύρω από τον Ήλιο τερματίζοντας χαρούμενη και πάντα λαμπερή. Ήρθε κι η σειρά της Νυχτιάς. Πήρε στα χέρια τον γέρο Χρόνο κι άρχισε να περπατά βαριά και νωθρά. Πότε της γλιστρούσε από την μια και πότε από την άλλη. Η Αυγή, φοβούμενη για τον πατέρα της έτρεχε κι αυτή ξωπίσω της Νυχτιάς μην τύχει και της πέσει. Η Νυχτιά, αποκαμωμένη από το βάρος, χωρίς κανέναν ενδοιασμό άφησε τον Χρόνο να κυλήσει προς το χάος. Έδωσε μια βουτιά η Αυγούλα και τον πήρε στα χέρια της, σώζοντάς τον.

«Γλυκιά και ροδοδάχτυλη Αυγή ο Ήλιος σου ανήκει. Με σένα θα χαίρεται ο κόσμος, θα λάμπει, θα φχαρστιέται. Εσύ αχάριστη Νυχτιά, που ο εαυτός σου μόνο σ’ ενδιαφέρει, θα πνίγεσαι στη σκοτεινιά. Ο κόσμος δεν θα σε κοιτάει, παρά θα κλείνει τα μάτια και θα ξεκουράζεται, χωρίς να σε προσέχει. Πάρε την άσχημη Σελήνη», βροντοφώναξε ο Χρόνος κι έφυγε αφήνοντας στις κόρες του τα δώρα τους.

Η Νυχτιά πήρε το δικό της και πήγε απέναντι από την Αυγή, γυρίζοντάς την πλάτη για να μην τη βλέπει. Τα μαλλιά της μαύρισαν, έγιναν εβένινα πυκνά. Αντίθετα με της Αυγής που έγιναν χρυσά και λαμπερά. Η Αυγούλα, όμως, λυπήθηκε την αδελφή της και έριξε το φως του Ήλιου πάνω στη Σελήνη, χαρίζοντάς της χρώμα ασημί. Δεν έλαμπε τόσο δυνατά όσο ο Ήλιος, αλλά τουλάχιστον έφεγγε με τρόπο μαγικό.

Νεκτάριος Μπουτεράκος