Λερωμένα χώματα

 

Μια σταγόνα ύδωρ στα σκασμένα, λεπιασμένα χείλη σου είναι ικανή να φέρει μια πλημμύρα από καρπούς.

Θα μπορούσες να γευτείς μια ξερή, άγονη γη; Θα μάτωνε το στόμα σου, θα πλήγιαζε η καρδιά σου. Δεν μπορούν οι άνθρωποι να κατευνάσουν τους χτύπους της καρδιάς τους, αν η ισορροπία γύρω τους χωλαίνει. Αυτή η ανώτερη δύναμη παρατηρεί και γελά στα τεκταινόμενα των δημιουργημάτων της. Τους δόθηκε γη και την καταπάτησαν. Τους δόθηκε τροφή και την έφτυσαν. Τους δόθηκε ύδωρ και το έχασαν. Όλα τείνουν προς ένα τέλος. Ο κύκλος φτάνει σε μια νέα αρχή, μια συμπαντική αναδημιουργία.

Όλα στην αρχή ήταν εικόνες, ήχοι, αγγίγματα. Οι αισθήσεις βασίλευαν, ο νους αναπαυόταν. Βασικές οι αναζητήσεις χωρίς μεγαλουργήματα, χωρίς άπιαστα όνειρα, χωρίς εσωτερικές διαταραχές. Ότι έτρεχε έπρεπε να το αρπάξουν για να τραφούν, ότι κυλούσε έπρεπε να το μαζέψουν για να ξεδιψάσουν, ότι κινείτο ήταν θεός, μεγαλείο. Τα σχήματα βασικά και οι σκέψεις άγουρες, σαν πρόσωπο με ακμή. Ο κύκλος της γης φυσικός, να ρέει σαν ποτάμι, να αναπνέει σαν το μωρό που πρωτοείδε το φως.

Ύστερα το τετράγωνο έγινε κύκλος, η σπίθα φωτιά, η ανάγκη ανυπέρβλητη. Έπιασαν τη γη, την ανακάτεψαν με νερό κι έφτιαξαν τον πηλό. Έγιναν θεοί, δημιουργοί. Βόλεψαν την ανωτερότητά τους σε ένα χώρο ασφυκτικό, με μικρά ανοίγματα για λιγότερο φώς, λιγότερο νερό, λιγότερες ανάσες, μα περισσότερη περισυλλογή. Η τελευταία γέννησε τη μοναξιά κι η μοναξιά τη ματαιοδοξία. Το χώμα στερήθηκε τη παρθενιά του κι εσύ άρχισες να πλάθεις κόσμους, να δημιουργείς ζωή, να στερείσαι της απλότητας.

Το τέλος είναι ορατό. Το στόμα μάτωσε και πλήγιασε η καρδιά σου. Πως έκανες τη γη άγονη; Έξω βρέχει καρφιά. Το νερό κρύβεται, εξατμίζεται, εκδικείται. Μια επανάληψη ανά των αιώνων. Όταν ο νους φτάνει το θεό, η γη πονάει. Ανοίγει καταπακτές και περιμένει τα γεννήματά της να τα καταπιεί. Να τα κρατήσει βαθιά μέσα της για να σταματήσουν να τη πολεμούν, να τη στραγγίζουν. Μόνο έτσι θα επιστρέψουν τα δάκρυα. Μόνο τότε θα γίνουν γάργαρα νερά και το χώμα μαλακό και γόνιμο. Όταν από κάτω κρυφτούν τα ματαιόδοξα μυαλά.

Η αναγέννηση περιμένει τη σειρά της. Δεν αργεί! Κοντοζυγώνει…

Νεκτάριος Μπουτεράκος