Το σπουργίτι μιας βροχερής καρδιάς

japan_tribute

Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη της. Όσο και να προσπαθούσε να καλύψει τους μαύρους κύκλους με το περίτεχνο μακιγιάζ, ήταν μάταιο. Έστεκαν βαριοί, ανεξίτηλοι, σαν tο κατακάθι του πόνου της. Ο γιος της, ο μικρός της Suzume έφυγε σαν το σπουργίτι, ότι ακριβώς σήμαινε και το όνομά του. Συνέχισε να καλύπτει το πρόσωπό της με τη λευκή μπογιά. Ύστερα έβαλε το κοκκινάδι στα χείλη της, τόσο έντονο όσο και η πληγή στην καρδιά της. Η μάσκα της ήταν έτοιμη. Πετυχημένη, ώστε να κρύβει τα πάντα. Πήρε το χτενάκι από το ξύλινο κασελάκι και το τοποθέτησε στα μαζεμένα, εβένινα μαλλιά της. Τέλος, αφού έβαλε το ροδακινί κιμονό της με τα κατάλευκα άνθη αμυγδαλιάς, πήρε το κρυστάλλινο μπουκαλάκι με το άρωμά της και ψέκασε πάνω της και στο χώρο. Δεν πρόσεξε πως σε ένα σημείο ο αέρας ήταν άδειος. Σαν να υπήρχε κάτι εκεί… Υπήρχε κάποιος εκεί.

Ντυμένος στα λευκά, με τα μέλη του νεκρά και κρεμασμένα, όπως αυτά μιας μαριονέτας. Τα χείλη του μωβ και τα μάτια του αδειανά. Το κεφάλι του γυρισμένο στο πλάι, να την παρακολουθεί, χωρίς αυτή να τον αντιλαμβάνεται. Ο μικρός Suzume έστεκε δίπλα στην ανυποψίαστη μητέρα του και απαθανάτιζε με το κενό του βλέμμα κάθε κίνησή της, κάθε δάκρυ της. Βρισκόταν πλάι της γιατί δεν μπορούσε να φύγει. Είχε ανάγκη να τη προστατέψει για λίγο ακόμα…

Ένας υπόκωφος, σχεδόν ξερός, θόρυβος ακούστηκε στο βάθος. Η Ame-koro σηκώθηκε και με μικρές κινήσεις πάνω στις ξύλινες παντούφλες της, κίνησε προς την εξώπορτα. Το τσάι άχνιζε στο χαμηλό τραπεζάκι και η κιθάρα της την περίμενε κάτω από το μικρό παράθυρο. Ο Suzume έστριψε νωχελικά το ωχρό, μικρό του κεφάλι, ώστε να παρατηρεί τα πάντα από μακριά. Η Ame-koro επέστρεψε στο δωμάτιο μαζί με έναν κοιλαρά, μεσήλικο άντρα με πονηρό βλέμμα. Τα κρεμασμένα χέρια του Suzume τρεμούλιασαν. Ο άντρας κάθισε οκλαδόν στο μαξιλάρι δίπλα από το τραπεζάκι και πήρε στα χοντροκομμένα χέρια του το φλιτζάνι με το τσάι. Η Ame-koro κάθισε απέναντί του, αφού πρώτα έπιασε την κιθάρα της.

Η μουσική χάιδευε για αρκετή ώρα τον χώρο. Ακόμα και ο μικρός Suzume έδειχνε ήρεμος στην αφάνεια του, αν και το βλέμμα του δεν είχε ξεκολλήσει από τον άγνωστο άντρα. Αυτός πάλι δεν είχε πάρει τα μάτια του από την όμορφη γκέισα. Το υπέρβαρο σώμα του μετακινήθηκε. Αθόρυβα, γιατί η Ame-koro δεν τον αντιλήφθηκε. Σαν γλοιώδες ερπετό σύρθηκε δίπλα της. Όταν της έπιασε τον αστράγαλο αυτή ταράχτηκε. Τόσο που της έπεσε η κιθάρα από τα χέρια. Μια χορδή έσπασε και βρήκε το χέρι της με αποτέλεσμα να ματώσει. Ο άντρας το άρπαξε και το έφερε στο στόμα του. Της έπινε το αίμα σαν πεινασμένος βρικόλακας. Η γυναίκα κίνησε να φύγει, μα με μια κίνησή του την απόθεσε στο πάτωμα και την ακινητοποίησε με το σώμα του. Η κιθάρα εκσφενδονίστηκε στον τοίχο και κόπηκε στα δύο.

Κανείς δεν κατάλαβε πως το αιχμηρό κομμάτι της καρφώθηκε στην καρδιά του τύπου. Κανείς δεν πίστεψε την γκέισα, όταν παραληρούσε, φωνάζοντας το όνομα του νεκρού γιού της…

Νεκτάριος Μπουτεράκος