Έτσι κάνουν όλες – Σχολείο εραστών

 

Η μηχανή του αυτοκινήτου έσβησε μπροστά στο πλακόστρωτο πεζοδρόμιο. Σήκωσα το κεφάλι και είδα το ογκώδες, επιβλητικό κτήριο να στέκει μπροστά μου απειλητικό. Ήξερα πως εκεί θα περνούσα τουλάχιστον τέσσερα χρόνια από τη ζωή μου. Κοίταξα δεξιά κι αριστερά. Αγόρια συνομήλικα μου με τα εκρού τους παντελόνια, τα μπλε σκούρα πουλόβερ και τα κολλαριστά λευκά πουκάμισα, γύριζαν εδώ κι εκεί, σε παρέες ή μονάχα, στον χώρο μπροστά από το κτήριο. Πήρα το σακίδιο του και βγήκα από το αυτοκίνητο. Ο πατέρας μου είχε ήδη ανοίξει το πορτμπαγκάζ και είχε βγάλει τις βαλίτσες. Η μητέρα μου κολυμπούσε στα δάκρυα. Αφού τελείωσε η αμήχανη και αρκετά ντροπιαστική στιγμή του αποχαιρετισμού, πήρα τις βαλίτσες και κίνησα προς τα εκεί. Ένιωσα τις ερευνητικές ματιές των υπολοίπων να με γδύνουν. Κατέβασα το κεφάλι τόσο, που ένιωσα τα τεράστια γυαλιά να κυλούν στη μύτη μου. Τα έσπρωξα στη θέση τους με την άκρη του δακτύλου μου και συνέχισα. Άνετα ένιωσα μόνο όταν μπήκα στο δωμάτιό μου και έκλεισα την πόρτα.

Λίγο μετά η ίδια πόρτα ξανάνοιξε και μπήκε ο συγκάτοικος. Αμέσως το δωμάτιο γέμισε φασαρία. Γέλια, φωνές, συστήσεις, περίεργοι χαιρετισμοί και τα γνωστά του φοιτητόκοσμου. Ο συγκάτοικος, πέραν του δέοντος, κοινωνικός και εμετικά εκδηλωτικός. Δεν πρόλαβε να αφήσει τις βαλίτσες κι αμέσως έμεινε με το σώβρακο. Πήδηξε στο κρεβάτι και κάθισε οκλαδόν. Η πρώτη του ερώτηση ήταν πόσες γκόμενες είχα πηδήξει. Δεν ήξερα που να κρυφτώ! Σκέφτηκα να πηδήξω από το παράθυρο, αλλά είχα τέσσερα ολόκληρα χρόνια μπροστά μου, για να σκεφτώ μια πιο πρωτότυπη αυτοκτονία από αυτή.

Τα μαθήματα ήταν αρκετά και δύσκολα. Η μύτη μου είχε μαυρίσει από τα ξέθωρο μελάνι των βιβλίων και σίγουρα ο αστιγματισμός μου είχε ανέβει στα ύψη. Ο συγκάτοικος το μόνο που έκανε ήταν να μη διαβάζει. Και το χειρότερο ήταν πως πολλές φορές δεν άφηνε ούτε εμένα. Μέχρι που μια μέρα έφερε μια κοπέλα κρυφά και χώθηκαν κάτω από το πάπλωμα, μπροστά στα μάτια μου. Όταν ξεκίνησαν τα πρώτα βογγητά έφυγα, βάζοντας την ουρά στα σκέλια. Σε όλη τη διαδρομή μέχρι τη βιβλιοθήκη άρχισα να αναρωτιέμαι, γιατί να είμαι μόνος. Κοιτάχτηκα στο τζάμι της βιβλιοθήκης. Το μαλλί κολλημένο στο πλάι, λες και το είχε σαλιώσει αγελάδα, δύο τεράστια ματομπούκαλα στερεωμένα στη μύτη κι ένα σπυρί γεμάτο πύον στην άκρη του πιγουνιού. Κατά τ’ άλλα δεν ήμουν και για φτύσιμο. Ξέχασα την απρόσκλητη σκέψη και χώθηκα ξανά στις λέξεις και τις προτάσεις, που χόρευαν μπροστά μου.

Ένα βράδυ που προσπαθούσα να ξεκουράσω το πολύπαθο μυαλουδάκι μου από τη μελέτη, ένιωσα το πάπλωμα να φεύγει απότομα από πάνω μου κι ένα νερό, σχεδόν παγάκια, να τσούζει το πρόσωπό μου. Ήταν αυτός! Γελούσε και φώναζε να σηκωθώ! Θα κάναμε κοπάνα… λέει! Θα πηγαίναμε σε κλαμπ. Δεν πρόλαβα να αρνηθώ, όταν μου πέταξε στη μούρη ένα στενό παντελόνι κι ένα πουκάμισο με τεράστια καρό. Δεν υπήρχε περίπτωση να με αφήσει να φορέσω τις δικές μου αθλιότητες… λέει! Ντύθηκα κακήν καλώς κι ένιωσα ένα κολλώδες υγρό να λούζει τα μαλλιά μου. Δάχτυλα μπλέχτηκαν ανάμεσα κι έπαιζαν με αυτά, μέχρι που είδα αστεράκια από τη ζαλάδα. Τα γυαλιά μου εξαφανίστηκαν εν ριπή οφθαλμού από τα μάτια μου κι εγώ πλέον ζούσα σε μια παραζάλη. Προσπάθησα να διακρίνω το είδωλό μου στον καθρέφτη, αλλά δεν γνώρισα τον νεαρό απέναντι. Ένα χέρι με τράβηξε και εξαφανιστήκαμε.

Αν πήγαμε με τα πόδια, με αυτοκίνητο ή με φτερά στις πλάτες… θα σας γελάσω! Το μόνο που θυμάμαι είναι θορύβους, φωνές κι ύστερα μια δυνατή μουσική, που μου τρυπούσε τα τύμπανα. Μου έδωσαν κάτι να πιώ! Το δοκίμασα και υποθέτω πως ήταν πετρέλαιο με μπόλικο τσίλι κι ένα σπίρτο στην άκρη. Η κάψα έφτασε μέχρι τα δάκτυλα των ποδιών μου. Ε, μετά από αυτό άρχισα να βλέπω! Πεταλούδες μπλε, κίτρινες, μωβ και ροζ. Κυρίως ροζ! Ύστερα φεγγάρια, ήλιους πλανήτες… Τέτοια πράγματα. Την επόμενη στιγμή ένιωσα κάτι υγρό, κολλώδες και ζεστό να ψαχουλεύει το στόμα μου. Ήθελα να φτύσω τον γυμνοσάλιαγκα που είχε μπει στο στόμα μου, αλλά δεν μπορούσα. Ήταν επίμονος. Αργότερα έμαθα πως είχε και όνομα… Μαίρη, νομίζω! Κάπως έτσι! Χέρια με πασπάτευαν με νύχια γαμψά και, κυρίως, στο σημείο πιο πάνω από τους προσαγωγούς. Μετά σκοτάδι.

Την άλλη μέρα – ευτυχώς ήταν Σάββατο και δεν είχαμε μάθημα – ξυπνήσαμε αργά. Ο συγκάτοικος με ενημέρωσε για τα δεινά που πέρασα το προηγούμενο βράδυ. Ήταν στεναχωρημένος, γιατί δεν κατάφερε να με κάνει άντρα… λέει! Λιποθύμησα από τα ξύδια… λέει! Τελικά ήταν ξύδι κι όχι πετρέλαιο αυτό που μπήκε μέσα μου! Αλλά δεν πειράζει, θα ακολουθούσαν κι άλλα βράδια τέτοιων ακολασιών. Με καλωσόρισε στο σχολείο των επίδοξων εραστών! Εκείνη τη στιγμή ξέρασα. Νομίζω πάνω του!

Οι επόμενες προσπάθειες – και το τονίζω, χωρίς αλκοόλ – αποδείχτηκαν ντροπιαστικά άκαρπες. Δεν μπορούσα να λειτουργήσω υπό πίεση… είπα! Δεν μου έκανε κούκου, ρε παιδί μου… είπα! Η αλήθεια είναι πως δεν ήξερα τι έφταιγε. Πάντως κάτι έφταιγε και όταν έβλεπα – ή καλύτερα δεν έβλεπα χωρίς τα γυαλιά – θηλυκό, έπαιρνα μετάλλιο στο κατοστάρι! Ο συγκάτοικος είχε απηυδήσει.

Ένα βράδυ με ξύπνησε για τα γνωστά. Αρνήθηκα πεισματικά. Δήλωσα ασθένεια και τη γλίτωσα με χαρτί γιατρού. Για μια ακόμα φορά με ξύπνησε από τα ξενέρωτα όνειρά μου η βροντή της πόρτας που κλείνει. Άλλαξα πλευρά στο μαξιλάρι, μέχρι που ένιωσα ένα βάρος να σωριάζεται στην πλάτη μου. Ο συγκάτοικος μεθυσμένος και με τη γνωστή ενδυματολογική περιβολή του μινιμαλιστικού εσώρουχου. Ποτέ δεν κατάλαβα την ταχύτητα αυτού του παιδιού στο να γδύνεται! Η μυρωδιά του αλκοόλ με ξύπνησε για τα καλά. Μου έλεγε για τη γκόμενα που γνώρισε και τον έφτυσε τελευταία στιγμή. Αναμμένο τον άφησε τον άμοιρο. Τότε ένιωσα ένα χέρι να πασπατεύει τη γνωστή άκρη του προσαγωγού μου. Μόνο που αυτή τη φορά δεν είχε όνομα θηλυκό, αλλά αυτό του συγκάτοικου.

Μάλλον εκείνη τη βραδιά τη θυμάμαι! Ήταν καθοριστική! Μπορώ να πω πως αποφοίτησα με άριστα από το σχολείο επίδοξων εραστών! Τώρα πλέον το μαλλί δεν το έχει γλύψει αγελάδα. Είναι μονίμως ανακατεμένο! Και τα ματομπούκαλα έχουν αντικατασταθεί με κάτι πιο διακριτικό και… στιλάτο! Ο συγκάτοικος; Νομίζω πως τον πήρε το μάτι μου μετά από χρόνια με κάτι ροζ κολλητά! Μπορεί να κάνω και λάθος. Αλλά εγώ τον δρόμο μου τον βρήκα… εξαιτίας του. Αχ, έτσι κάνουν όλες τους… χαχαχα!

Νεκτάριος Μπουτεράκος