Ένα φεγγάρι μπλε

 mple-feggari

Κάπου βαθιά σε ένα δάσος υπήρχε ένα μικρό χωριό γεμάτο μικροσκοπικά ξωτικά, που ζούσαν μέσα στις κουφάλες των δέντρων. Εκεί είχαν χτίσει τα όμορφα σπιτάκια τους και περνούσαν ήσυχη τη ζωή τους.

Σε ένα από αυτά τα σπιτάκια ζούσε και ο μικρός Φρίσμπο. Ένα ντροπαλό ξωτικούλι με αρκετά ψηλά και μυτερά αυτάκια, που προκαλούσαν γέλιο σε όλους τους υπόλοιπους. Ο Φρίσμπο ένιωθε άσχημα με τα αυτιά του και συνέχεια κλεινόταν στον εαυτό του. Απέφευγε να παίζει με τα ξωτικά της ηλικίας τους, για να μην τα βλέπει να γελάνε μαζί του. Η μητέρα του, όμως, επέμενε να βγαίνει και να περνά την ώρα του με τα υπόλοιπα μικρά. Έτσι κι αυτό αναγκαστικά υπάκουε στις εντολές της μητέρας του.

Ένα βράδυ είχαν συγκεντρωθεί όλα κάτω από τον κορμό ενός τεράστιου δέντρου. Έπαιζαν, γελούσαν και έλεγαν ιστορίες. Ο Φρίσμπο καθόταν δίπλα τους, αλλά ήταν μαζεμένος και αμίλητος. Απέναντί του καθόταν η μικρή Μαρτίνα, ένα μικρό θηλυκό ξωτικό, που όταν το έβλεπε ο Φρίσμπο, πάντα κοκκίνιζε. Η Μαρτίνα, κάποια στιγμή, κοίταξε ψηλά και είδε το φεγγάρι.

«Κοιτάξτε τι όμορφο που είναι!», είπε. «Τι κρίμα να μην έχει χρώμα και να είναι τόσο χλωμό!».

«Έτσι είναι το φεγγάρι! Πάντα έτσι ήταν…», πετάχτηκε ένα άλλο μικρό ξωτικό. Ο Φρίσμπο ένιωσε μια μικρή φωτιά να του καίει το στήθος. Δεν είχε ξανανιώσει έτσι. Ήθελε να μιλήσει, να πει κάτι. Και το είπε…

«Εγώ θα το κάνω μπλε!». Όλα τα μικρά ξωτικά τον κοίταξαν με το στόμα ανοιχτό. Μια μικρή παύση και ύστερα τα γέλια τους αντήχησαν σε όλο το χωριό.

«Θα τρυπήσεις τον ουρανό με τα αυτιά σου και θα χυθεί χρώμα μπλε στο φεγγάρι;», τον κορόιδεψε ένα μικρό ξωτικό. Η Μαρτίνα, όμως, τον κοιτούσε σοβαρά. Ο Φρίσμπο, σχεδόν θυμωμένος, – δεν ήξερε πως ήταν να είσαι θυμωμένος – σηκώθηκε και έφυγε. Το βράδυ εκείνο δεν κοιμήθηκε. Ήταν αποφασισμένος να κάνει το φεγγάρι μπλε. Και θα έκανε τα πάντα για να το πετύχει.

Πριν ξημερώσει ο Φρίσμπο είχε φτιάξει ένα μικρό σακίδιο και έφυγε κρυφά από το σπίτι. Θα έβρισκε τη λύση κάπου εκεί έξω.

Το δάσος ήταν σκοτεινό και ο Φρίσμπο δεν είχε μάθει να είναι μόνος του. Η φωτιά, όμως, που είχε ανάψει στο στήθος του το προηγούμενο βράδυ έκαιγε και του καθησύχαζε τον φόβο. Όσο περπατούσε, τόσο το δάσος γινόταν πιο σκοτεινό και πιο τρομακτικό. Τότε άκουσε βήματα πίσω του. Γύρισε απότομα το κεφάλι, αλλά δεν είδε τίποτα. Συνέχισε με βήμα πιο ταχύ. Ξαφνικά άκουσε τα βήματα πίσω του να τον πλησιάζουν. Γύρισε πάλι και είδε ένα τεράστιο λύκο να του δείχνει τα δόντια του. Ο Φρίσμπο ένιωσε τη καρδιά του να φεύγει από μέσα του. Το έβαλε στα πόδια κι έτρεχε γρήγορα σαν αστραπή. Ο λύκος τον ακολουθούσε. Κάποια στιγμή τα πόδια του έμπλεξαν σε κάτι κλαδιά κι έχασε την ισορροπία του. Μπροστά του υπήρχε μια κατηφόρα που δεν είχε τέρμα. Άρχισε να κατρακυλάει. Σταμάτησε σε κάτι μαλακό. Άνοιξε τα μάτια του και ο ήλιος του έκαιγε το πρόσωπο. Κοίταξε τριγύρω, αλλά ο λύκος είχε εξαφανιστεί. Μπροστά του απλωνόταν ένα τεράστιο λιβάδι με πολλά περίεργα λουλούδια. Μπλε άνθη με μεγάλα πέταλα και μια μυρωδιά μεθυστική. Ο Φρίσμπο σκόνταψε σε ένα από αυτά τα λουλούδια. Μια περίεργη σκόνη σηκώθηκε στον ουρανό. Αυτό που είδε τον έκανε να γελάσει τόσο δυνατά που σίγουρα το γέλιο του θα ακούστηκε στο χωριό του.

Μέχρι το απόγευμα ο Φρίσμπο είχε επιστρέψει στο χωριό του με το σακίδιό του διπλάσιο σε όγκο. Αφού έδωσε τις απαραίτητες εξηγήσεις στη μητέρα του για την απουσία του, βγήκε κι άρχισε να σκάβει μικρούς λάκκους γύρω από το χωριό. Ύστερα κάτι έβγαζε από το σακίδιο και το έριχνε στους λάκκους κι αμέσως μετά τους σκέπαζε. Πολλά από τα ξωτικά τον κοιτούσαν περίεργα. Μόλις τελείωσε, κατάκοπος επέστρεψε στο κρεβάτι του. Πριν κοιμηθεί έκανε μια ευχή. Το επόμενο πρωί είχε πραγματοποιηθεί. Άνοιξε το παράθυρό του και έβρεχε σιγανά.

Οι μέρες περνούσαν και όλοι ξέχασαν τα λόγια του μικρού Φρίσμπο για το μπλε φεγγάρι. Μετά από λίγους μήνες, όταν μπήκε η άνοιξη είχαν φυτρώσει γύρω από το χωριό κάποια περίεργα μπλε λουλούδια. Όλοι είχαν μείνει έκπληκτη με τη μυρωδιά και την ομορφιά τους. Ένα βράδυ η παρέα με τα μικρά ξωτικά ξαναμαζεύτηκε.

«Τελικά τι έγινε; Κατάφερες να κάνεις το φεγγάρι μπλε; Κρίμα που έχει σύννεφα και δεν φαίνεται!», είπε ένα μικρό ξωτικό και όλοι γέλασαν, εκτός της Μαρτίνα.

«Έχε υπομονή!», είπε με μια περίεργη σιγουριά ο Φρίσμπο. Ένα ελαφρύ αεράκι σηκώθηκε και ο Φρίσμπο χαμογέλασε πλατιά. Τα σύννεφα άρχισαν να απομακρύνονται. Ξαφνικά ένα από τα ξωτικά κοίταξε ψηλά και έμεινε με το στόμα ανοιχτό.

«Κοιτάξτε!», είπε δυνατά και όλα σήκωσαν το κεφάλι τους. Το φεγγάρι ήταν μπλε. Μια σκόνη μπλε είχε σηκωθεί από τα λουλούδια και σκέπαζε σαν αχνή ομίχλη το χωριό. Αυτό έκανε το φεγγάρι μπλε.

«Τα κατάφερα, λοιπόν;», είπε με περηφάνια ο Φρίσμπο. Η Μαρτίνα σηκώθηκε και έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο του μικρού ξωτικού. Από τότε κανείς δεν ξανακορόιδεψε τον Φρίσμπο για τα αυτιά του και ο ίδιος έπαψε να είναι ντροπαλός και κλειστός. Πολλές βραδιές κάθονταν τα ξωτικά και απολάμβαναν αυτό το πανέμορφο μπλε φεγγάρι, που μόνο από το χωριό τους φαινόταν έτσι.

Νεκτάριος Μπουτεράκος