Καθημερινή διαδρομή

 _3_1_~1

Ξέσκιζε τις κουρτίνες στη σκηνή, κλωτσούσε τα σκηνικά, γκρέμιζε τις γκουίντες. Δεν μπορούσε να τη συνεφέρει κανείς.

«Ξέρετε ποια είμαι εγώ! Να πάτε όλοι στο διάολο! Ηλίθιοι! Ανέραστοι…», έφτυνε τις λέξεις σε ηθοποιούς, τεχνικούς, σε όσους είχε μπροστά της.

«Ηρέμησε, γλυκιά μου! Όλα θα γίνουν όπως τα θέλεις…», προσπαθούσε να τη συγκρατήσει ο βοηθός της, ο Εμμανουήλ, αλλά η Νίκη, παλιά καραβάνα του θεάτρου και καταξιωμένη σκηνοθέτιδα στις μέρες μας, ήταν έξαλλη.

Όταν έχανε τον έλεγχο, κανείς δεν μπορούσε να τη συνεφέρει. Και τον έχανε συχνά… Πολύ συχνά! Όλοι έλεγαν πως τα είχε χάσει λίγο – μάλλον όχι μόνο λίγο, αρκετά. Κανείς, όμως, δεν τολμούσε να της αντιμιλήσει, την έτρεμαν ακόμα και οι ηθοποιοί με τα μεγάλα ονόματα στην πλάτη τους.

«Σκάσε κι εσύ! Ξεμωραμένη!», ούρλιαξε στον βοηθό της, ο οποίος εδώ που τα λέμε δεν ήταν και από τους πιο φανατικούς. «Δεν σου είπα ρε άχρηστε να μην κλείσεις σχολεία για την παράσταση; Δεν θέλω νιάνιαρα εδώ μέσα! Δεν τα γουστάρω τα κωλόπαιδα! Πως αλλιώς να σου το εξηγήσω;».

«Ούτε τα άντερά σου δεν γουστάρεις εσύ!», ψιθύρισε μια νέα σχετικά ηθοποιός του θεατρικού που ανέβαζαν.

«Τι είπες εσύ;», φώναξε τόσο απότομα, που και οι καρέκλες του θεάτρου αναπήδησαν. Πλησίασε την τρομοκρατημένη, άτυχη μικρά ύπαρξη τόσο, που η μύτη της ακούμπησε σχεδόν στη δική της.

«Τί… τίποτα!», ψέλλισε η κοπέλα.

«Άκου δευτεράντσα! Δεν γεννήθηκε ακόμα άνθρωπος να τα βάλει μαζί μου και να βγει αρτιμελής από εδώ μέσα! Γι’ αυτό, την επόμενη που θα σκεφτεί το κούφιο, ξανθό και ανόητο κεφαλάκι σου να σχολιάσει κάτι που θα πω… δεν θα μείνει για πολύ στερεωμένο στη θέση του! Κατάλαβες;». Το ρήμα βγήκε μαζί με σωρό από σάλια που κατάβρεξαν το χλωμό προσωπάκι της, αλλά δεν πιστεύω πως το κατάλαβε! Είχε ήδη καταβρέξει κάτι άλλο πιο χαμηλά.

«Θα συνεχίσουμε την πρόβα;», ρώτησε αφελέστατα ο Εμμανουήλ, λες και δεν ήξερε!

«Άντε τράβα μωρή να βάλεις κάνα εξτένσιον! Κι εσείς, άχρηστοι, χαθείτε στις άθλιες τρύπες σας! Αύριο σας θέλω στην ώρα σας… Και που είσαι εσύ Λαίδη Γκάγκα; Μην πατήσει σχολιαρόπαιδο εδώ μέσα, γιατί θα σε βάλω να καταπιείς το μήλο του Αδάμ, που δεν το έχεις και ανάγκη!».

«Μάλιστα, κυρία Νίκη!», φώναξε ο Εμμανουήλ, σαν να ήταν στο στρατό – που ποτέ δεν κατόρθωσε να πάει.

Αφού πέρασε ένα ακόμα κοινότυπο και καθημερινής ρουτίνας πρωινό στη δουλεία, η Νίκη πήρε το αυτοκίνητό της και ακολούθησε τη γνωστή διαδρομή. Είχε αρκετή κίνηση και τα νεύρα της ήταν λίγο τεντωμένα. Περιμένοντας σε ένα φανάρι, για να ανάψει το πράσινο, κάποιος αδαής οδηγός, έκανε το λάθος και της έκλεισε το μάτι, χαμογελώντας. Ε, πήγαινε κι αυτός γυρεύοντας! Η Νίκη άνοιξε το παράθυρό της αργά με ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη! Ναι… καλά ακούτε! Χαμόγελο ήταν! Έβγαλε το κεφάλι της έξω από το παράθυρο κι έκανε νόημα στον οδηγό. Πλησίασε κι αυτός το παράθυρο του συνοδηγού, ξαναμμένος που χτύπησε την κότα με το ζουμί…

«Χαίρεται!», του είπε ναζιάρικα.

«Γεια σου μανάρα μου!», είπε επιδεικτικά ο επίδοξος εραστής.

«Ρε ομορφονιέ! Έχει πατήσει ποτέ μια μανάρα στα κυβικά μου με το πόδι της στο λαιμό σου; Ε; Έχει; Άντε χάσου ρε σαβούρα μη βγω και σου κάνω το γιαπωνέζικο Nissan σου, σούσι σφιχτοδεμένο!».

Εννοείται πως του χάρισε και μια ορθάνοιχτη βασιλική. Όπου φύγει, φύγει ο εραστής των δυτικών προαστίων. Η Νίκη έκλεισε το παράθυρο και συνέχισε τη διαδρομή της. Πάρκαρε το αυτοκίνητο και βγήκε, βροντώντας την πόρτα με δύναμη. Η μέρα ήταν ακόμα σχετικά ζεστή. Μπήκε από την είσοδο και κοίταξε τριγύρω. Το πρόσωπό της, που μέχρι τότε ήταν μια μάσκα εκνευρισμού και εριστικότητας, μαλάκωσε κι έγινε ζύμη απαλή. Προχώρησε στο γνωστό διάδρομο. Τα βήματά της ήταν αργά, βαριά, σαν να μην ήθελε να φτάσει. Άνοιξε την τσάντα της. Έβγαλε μια μικρή σοκολάτα. Την κράτησε στο χέρι της σφιχτά, που αν ήταν άνθρωπος θα διαμαρτυρόταν. Ήταν, όμως, μια απλή σοκολάτα και υπέμεινε. Έφτασε. Πλησίασε. Κάθισε πάνω στο κρύο μάρμαρο. Διάβασε για εκατομμυριοστή φορά τη σκούρα ημερομηνία.

 27 – 5 – 1993

Είχαν περάσει είκοσι χρόνια. Μια ζωή. Μια ψεύτικη ζωή. Άδεια. Θα ήταν είκοσι έξι ετών! Κι αυτή θα την καμάρωνε. Άφησε τη σοκολάτα δίπλα στο όνομά της…

Νεκτάριος Μπουτεράκος