Ο Νικόλας και η Παραμυθοχώρα

 OLYMPUS DIGITAL CAMERA

«… κι αυτοί ζήσαν καλά κι εμείς καλύτερα!!», είπε η μητέρα του μικρού Νικόλα και του τσίμπησε τη μικρή του μύτη.

«Μαμά! Που είναι αυτή χώρα των παραμυθιών; Τόσα βιβλία μου έχεις διαβάσει με βουνά, πεδιάδες, δάση, τεράστια παλάτια, μικρά ξύλινα σπίτια. Που είναι όλα αυτά; Θα πάμε να τα δούμε;», ρώτησε με έκδηλη την περιέργεια στα μικρά γαλάζια ματάκια του.

«Η χώρα αυτή Νικόλα έχει εξαφανιστεί! Υπήρχε κάπου μεταξύ του ξύπνιου και του ύπνου μας. Όταν τα χρόνια τα παλιά ήταν πιο αγνά, μπορούσαμε να μπούμε ελεύθερα στη χώρα αυτή και να ταξιδέψουμε μαζί με τους ήρωες της, φτιάχνοντας το δικό μας παραμύθι. Τώρα, όμως, τα πράγματα έχουν αλλάξει. Κανείς δεν πιστεύει στα παραμύθια και η Παραμυθοχώρα έχει χαθεί!», είπε η μητέρα του λυπημένη.

«Εγώ πιστεύω στην Παραμυθοχώρα και θα τη βρω!», είπε χαρούμενος ο μικρός Νικόλας, ενώ τα ματάκια του έκλειναν από τη νύστα. Η μητέρα του έσκυψε, του έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο και βγήκε από το δωμάτιο, κλείνοντας το φως.

Όταν άνοιξε τα μάτια του, τίποτα δεν θύμιζε το δωμάτιό του. Ήταν ακόμα σκοτεινά, μα μπορούσε να δει τα τεράστια δέντρα μπροστά του, να μυρίσει το χορτάρι και τα φύλλα που ήταν πεσμένα γύρω του. Σηκώθηκε απότομα. Δεν φορούσε τις πυτζάμες του, αλλά ένα παντελονάκι μέχρι το γόνατο, το οποίο στήριζαν τιράντες, ένα πουκάμισο καρό, δύο κάλτσες ψηλές που αγωνίζονταν να φτάσουν το κοντό παντελόνι και δύο παπούτσια χοντρά δεμένα καλά με τα πλατιά κορδόνια τους. Στο κεφάλι μια τραγιάσκα που την είχε λίγο στραβά στο πλάι. Κοίταξε τα χέρια του. Δεν έμοιαζαν φυσικά, αλλά σαν κάποιος να τα είχε ζωγραφίσει. Το ίδιο και το υπόλοιπο σώμα του, καθώς και τα ρούχα του. Βρισκόταν στην Παραμυθοχώρα κι ας ήταν 2012. Τα είχε καταφέρει. Ήταν σίγουρος πως ήταν αυτή.

Περπάτησε μέσα στο δάσος, ενώ σιγά σιγά ξημέρωνε. Δεν είχε συνηθίσει να τα βλέπει όλα σαν πίνακα ζωγραφικής, αλλά ένοιωθε τόσο όμορφα που δεν τον ένοιαζε. Όσο παρατηρούσε καλύτερα τόσο καταλάβαινε πως το δάσος ήταν εγκαταλελειμμένο. Ούτε ζωάκια υπήρχαν, μα ούτε άνθρωποι. Ούτε τέρατα, ούτε λύκοι. Τίποτα που να θυμίζει κόσμο ζωντανό. Έμοιαζαν όλα άδεια, αφημένα.

Το πρώτο που είδε ήταν ένα μικρό σπιτάκι στο δάσος. Η καμινάδα του δεν έβγαζε καπνό. Έτρεξε και μπήκε μέσα. Υπήρχε μια κόκκινη κάπα κρεμασμένη στον τοίχο. Το σπίτι ήταν τελείως άδειο. Πάνω στο τζάκι έστεκε μια φωτογραφία με μια γιαγιά κι ένα κοριτσάκι που φορούσε την κόκκινη κάπα. Κατάλαβε σε ποιόν άνηκε το σπίτι, μα αυτό παρέμενε άδειο.

Βγήκε κι άρχισε να προχωρά. Μπροστά του υπήρχε ένας λόφος και στην κορφή του ένα τεράστιο παλάτι. Αποφάσισε να πάει εκεί. Στο δρόμο είδε μια τεράστια φασολιά να ανεβαίνει στα σύννεφα και χαμογέλασε. Έφτασε στην πύλη του παλατιού και μπήκε. Μια άμαξα που έμοιαζε με τεράστια κολοκύθα βρισκόταν στα δεξιά του. Η τεράστια πόρτα του παλατιού ήταν κλειστή. Έσπρωξε με δύναμη και κατάφερε να την ανοίξει. Ανέβηκε τη μεγάλη σκάλα ενώ παρατηρούσε τριγύρω το χώρο. Ένας τεράστιος καθρέφτης ήταν κρεμασμένος στον τοίχο απέναντι από το κεφαλόσκαλο. Είδε τον εαυτό του μέσα σε αυτό και σκέφτηκε να ρωτήσει αν ήταν ο πιο όμορφος.

Τότε είδε ένα τεράστιο βιβλίο στο κέντρο μιας βιβλιοθήκης γεμάτης παλιά βιβλία. Το βιβλίο ήταν κλειστό πάνω στο ξύλινο αναλόγιο. Το άνοιξε και είδε εικόνες, οι οποίες, όμως, κινούνταν. Κάθε σελίδα που γύριζε ήταν και μια ιστορία. Μέσα σε λίγη ώρα έμαθε τα πάντα για την Παραμυθοχώρα, όπως και την αιτία της εξαφάνισής της. Τώρα ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Ίσως κατάφερνε να ξαναφέρει τη ζωή σε αυτή την ξεχασμένη χώρα. Χαμογέλασε κι έκλεισε το βιβλίο. Γνώριζε τον κακό του παραμυθιού και μπορούσε να τον νικήσει.

Γύρισε στο σημείο όπου είχε ξυπνήσει κι έπεσε πάλι πάνω στα φύλλα. Έκλεισε τα μάτια του και αφέθηκε να κοιμηθεί. Το πρωί τον ξύπνησε η φωνή της μητέρας του.

«Καλημέρα! Κοιμήθηκες καλά Νικόλα;».

«Πολύ ωραία μαμά!», είπε ο μικρός.

«Είδες και όνειρα; Μήπως πήγες στην Παραμυθοχώρα;», τον ρώτησε ενώ του ανακάτευε τα ατίθασα καστανόξανθα μαλλιά του.

«Ναι μαμά πήγα! Και ξέρεις κάτι; Μπορώ να την ξαναζωντανέψω!», είπε ενώ τα μάτια του πετούσαν σπίθες. Η μητέρα του τον κοίταξε με νόημα. Κάτι της θύμιζε αυτό το βλέμμα από τα παιδικά της χρόνια.

«Και πως θα το κάνεις αυτό Νικόλα;», ρώτησε με περιέργεια.

«Υπάρχει ένας μόνος τρόπος για να μπορέσουν οι άνθρωποι να ξαναεπισκεφτούν την Παραμυθοχώρα και να της ξαναδώσουν ζωή!».

«Και ποιος είναι αυτός ο μαγικός τρόπος, μικρέ μου;», ρώτησε, ενώ ένα τεράστιο χαμόγελο είχε ζωγραφιστεί στα χείλη της.

«Μα μαμά δεν είναι μαγικός! Να φανταστείς πως μόλις τώρα τον πέτυχες!», είπε, γελώντας. Η μητέρα του έδειξε ξαφνιασμένη. «Πρέπει να χαμογελάς περισσότερο μαμά! Αν το κάνεις αυτό συνέχεια, θα είναι πολύ εύκολο να ξαναδείς την Παραμυθοχώρα και να ζωντανέψουν όλοι οι παλιοί της κάτοικοι! Το χαμόγελο είναι το μυστικό! Το χαμόγελο…».

 Νεκτάριος Μπουτεράκος