Πανωμερίτες και Κατωμερίτες

 Tree_Houses_14

Σε ένα τεράστιο δάσος, μιας ζοφερής φαντασίας ενός ανώνυμου συγγραφέα, συνυπάρχουν δύο αρκετά κοντινά χωριά – μάλλον, προσπαθούν να συνυπάρξουν. Βόρεια του δάσους, λοιπόν, συναντάμε τους Πανωμερίτες. Είναι μικρά και λευκά ανθρωπάκια με κάτασπρα μαλλιά που έχουν τα μικροσκοπικά σπιτάκια τους πάνω σε δέντρα, σε θάμνους, σε ψηλά βράχια. Γενικά όσο πιο «πάνω» μπορούν να τα έχουν. Ακόμα και τα ονόματά τους είναι λίγο… πάνω. Για παράδειγμα, τον φούρναρη του χωριού τον ονομάζουν Τζιμ Πανωφρατζόλα, τον ράφτη Τομ Πανωβελόνη και τη σοπράνο του χωριού… Λουλού Πανωτσιρίδα. Για να μη μακρηγορώ, μπορείτε να καταλάβετε πάνω κάτω και τα υπόλοιπα ονόματα των Πανωμεριτών. Ας ρίξουμε, όμως, μια κλεφτή ματιά στο χωριό τους.

Ο Πανωφρατζόλας ανοίγει την πόρτα του φούρνου του. Βγαίνει έξω και προβάλει την τεράστια κοιλιά του, όσο πιο πάνω μπορεί. Ρίχνει μια ματιά πάνω στις ανεμογέφυρες που δένουν τους κορμούς των δέντρων και βλέπει τον Νικ τον Πανωτεχνίτη.

«Καλημέρα Νικ! Τι λέει εκεί πάνω;», φωνάζει, χαμογελώντας, και χαϊδεύει την τεράστια του κοιλιά.

«Πάντα όμορφα είναι πάνω Τζιμ! Μοσχοβολάει το ψωμί σου σήμερα! Κράτα μου δύο φρατζόλες». Ο Τζιμ ορμάει στο φούρνο και βγάζει μια τεράστια φραντζόλα, δείχνοντάς την καμαρωτά στον Νικ.

«Την καλύτερη για σένα!». Του φεύγει, όμως, από τα χέρια κι αρχίζει και κατρακυλά προς τα κάτω.

«Κρίμα τη φρατζόλα!», φωνάζει περίλυπος ο Πανωτεχνίτης.

«Δεν πειράζει! Θα την φάνε οι άμοιροι οι Κατω…». Δεν πρόλαβε να πει τη λέξη και του ήρθε μια κουκουνάρα στο κεφάλι από ψηλά.

«Πάψε χοντρέ φούρναρη. Μη λες απαγορευμένες λέξεις», τσίριξε ο Πανωτεχνίτης. Ο Πανωφρατζόλας κατέβασε το κεφάλι και χώθηκε στο φούρνο του.

Τώρα εσείς θα αναρωτιέστε ποια είναι αυτή η περιβόητη απαγορευμένη λέξη. Ει, καμεραμάν, για κατέβασε την κάμερά σου προς τα… κάτω! Πάμε, λοιπόν, να δούμε και το δεύτερο χωριό, τους Κατωμερίτες. Μικρά, σκούρα ανθρωπάκια με κατάμαυρα μαλλιά και ισχνά, αδύνατα σώματα. Ζουν κάτω από τους θάμνους και πολλές φορές κάτω από τη γη. Είναι λίγο βρώμικα και σκυθρωπά. Όσο για τα ονόματα τους! Ε, δεν θέλει πολλή φαντασία. Για να ρίξουμε μια ματιά και στο δικό τους το χωριό! Δεν ανάβετε κάνα προβολέα να βλέπουμε! Πολύ σκοτάδι ρε παιδί μου…

Ο Μπλεκ Κατωξυλάς με ένα τεράστιο πριόνι προσπαθεί να κόψει ένα κλαδί. Από μακριά πλησιάζει μια γριά με στραβά πόδια, η οποία στηρίζεται σε μια στραβή μαγκούρα. Είναι η Μάτα Κατωμαθουσάλα, ανυπολόγιστης ηλικίας.

«Τι χαμπάρια Μπλεκ; Τι κάνεις εκέι κάτω;», του φωνάζει με την τσιριχτή, αλλά βροντερή για την ηλικία της, φωνή της.

«Τα ίδια», απαντά απρόθυμα ο Κατωξυλάς.

«Χάλια εδώ κάτω ο καιρός σήμερα! Λες να βρέξει;», προσπαθεί να πιάσει συζήτηση η γριά.

«Δεν βρέχει καμιά φρατζόλα καλύτερα! Έχω να φάω από προχτές…». Δεν προλαβαίνει να ολοκληρώσει τη φράση του, όταν πέφτει στο κεφάλι του μια φρατζόλα ψωμί. Ζαλισμένος ο Κατωξυλάς πιάνει τη φρατζόλα και τη σηκώνει σαν χαμένος.

«Μωρέ δε ζήταγες καλύτερα να εξαφανιστούν οι Πανωμερίτες να δούμε κι εμείς μια άσπρη μέρα; Φρατζόλα βρήκες να ζητήσεις πανάθεμά σε;», τσιρίζει η Κατωμαθουσάλα και ανεμίζει τη μαγκούρα της στον αέρα.

Όπως καταλαβαίνετε υπάρχει ένα τεράστιο μίσος μεταξύ Πανωμεριτών και Κατωμεριτών, το οποίο διαρκεί χρόνια. Οι Κάτω θεωρούν τους Πάνω αλαζόνες και ψηλομύτηδες, ενώ οι  Πάνω θεωρούν τους Κάτω παρακατιανούς. Αιώνες και αιώνες πολεμούν ο ένας τον άλλον. Οι Κατωμερίτες προσπαθούν να βρουν τρόπους να ρίξουν τα δέντρα, ενώ οι Ανωμερίτες πετούν ό,τι άχρηστο βρουν στα χέρια τους προς τα κάτω για να τους πετύχουν.

Όμως πάντα υπάρχει κάτι που έχει τη δύναμη να ενώσει τα αντίθετα, να μετριάσει το μίσος. Βλέπε Ρωμαίο και Ιουλιέτα, Φουρτουνάτσιδες και Βροντάτσιδες… Έτσι κι εδώ υπάρχει ένας κρυφός έρωτας που ίσως καταφέρει να κάνει τους Πάνω να κατέβουν λίγο πιο χαμηλά και τους Κάτω να ανέβουν λίγο πιο ψηλά. Ας μπούμε πιο βαθιά στο δάσος. Εκεί κάπου στην άκρη του, δύο σκιές κάθονται αγκαλιά και αγναντεύουν από ένα κλαρί την απέραντη θάλασσα. Ένα σκούρο, δυνατό αντρικό χέρι κρατά ένα άλλο κατάλευκο γυναικείο. Τα δάχτυλά τους είναι μπλεγμένα και μοιάζει σαν ανάμεικτο παγωτό. Η Λίντια Πανωαρχόντισσα έχει ριγμένο το κεφάλι της στον σκούρο ώμο του Άλεξ Κατωαφέντη. Όπως καταλάβατε από τα ονόματα είναι τα καμάρια των αντίστοιχων οικογενειών που κυβερνούν τα δύο χωριά.

«Πως ήταν, πόνεσες;», ρωτά ο Άλεξ τη Λιντία.

«Όχι! Βγήκαν και τα δύο με έναν πόνο», του απαντά αυτή.

«Τα πήγες εκεί που είπαμε;».

«Ναι, το ένα στο σπίτι σου και το άλλο στο δικό μου…».

«Και τώρα;».

«Απλά περιμένουμε…».

Μπερδευτήκατε; Μη μου αγχώνεστε, θα σας τα εξηγήσω όλα. Ο Άλεξ με τη Λίντια μόλις έγιναν γονείς! Ναι, κι έχω συγκινηθεί πολύ. Αχ, πότε θα γίνω κι εγώ πατέρας; Τελοσπάντων, στο θέμα μας τώρα. Αυτό που δεν ξέρετε είναι πως η εγκυμοσύνη στο φανταστικό αυτό μέρος, κρατά μόνο μια μέρα και η Λίντια γέννησε δίδυμα, χρώματος… σοκολατί! Ε, μαύρος αυτός, άσπρη αυτή, τι θα έβγαιναν τα παιδιά; Με βούλες; Όχι! Σοκολατί και πανέμορφα. Και τι έκαναν; Έβαλαν το ένα μωρό στο σπίτι των Πανωαρχόντων και το άλλο στο σπίτι των Κατωαφεντάδων. Τι περιμένουν; Αυτό…

Από τα δύο χωριά ακούγονται φωνές και τσιρίδες. Μια βοή που κάνει το δάσος να σείεται. Ο Άλεξ κοιτά την Λιντία και χαμογελά. Της πιάνει το χέρι και σηκώνονται. Κατευθύνονται, τρέχοντας και γελώντας, προς τα χωριά.

Μεταξύ των δύο χωριών υπάρχει ένας μικρός λόφος, ο οποίος φτάνει ως το μέσο των δέντρων. Είναι μια μέση απόσταση, δηλαδή, των δύο αυτών χωριών. Εκεί έχουν μαζευτεί όλοι. Από τη μία οι Πανωμερίτες και από την άλλη οι Κατωμερίτες. Μπροστά, μπροστά βρίσκονται οι δύο οικογένειες. Η μητέρα της Λίντιας κρατά έκθαμβη ένα μικρό σοκολατί πλασματάκι στα χέρια της και απέναντι η μητέρα του Άλεξ ένα ακόμα… ίδιο. Όλοι έχουν βουβαθεί. Η γριά Κατωμαθουσάλα με τη στραβή μαγκούρα έχει γείρει, για να δει καλύτερα, και όλη η εικόνα της είναι κι αυτή… στραβή. Οι δύο γιαγιάδες, πλέον, πότε κοιτάνε τα εγγόνια και πότε κοιτάζονται μεταξύ τους. Τη βουβαμάρα διακόπτει το ζευγάρι που εμφανίζεται από το δάσος και περπατούν καμαρωτοί, πιασμένοι από το χέρι. Πλησιάζουν τις οικογένειές τους και παίρνουν τα μωρά τους στην αγκαλιά τους. Ο Άλεξ δίνει το μωρό στην Λιντία, πιάνει ένα κλαρί και με δύναμη το καρφώνει στο έδαφος. Τους κοιτάζει όλους ατρόμητος.

«Από σήμερα παύουν να υπάρχουν Πανωμερίτες και Κατωμερίτες. Εδώ θα χτιστεί το βασίλειο και των δύο χωριών, το οποίο από τώρα γίνεται ένα. Φτάνουν τα μίση και οι έχθρες. Σήμερα όλοι έχουμε  νέο όνομα κι αυτό είναι… Μεσομερίτες!». Η φωνή του ήταν τόσο δυνατή και αποφασιστική που κανένας δεν τόλμησε να ανοίξει το στόμα του.

Έτσι, λοιπόν, φίλιωσαν τα δύο χωριά. Ο Μεσοφρατζόλας, πλέον, έφτιαξε το νέο του φούρνο στο λόφο και το ψωμί του το χαίρονται όλοι. Η Μεσομαθουσάλα απέκτησε νέα μαγκούρα, η οποία δεν ήταν πια στραβή. Μα το κυριότερο… Μετά από λίγο καιρό όλο το χωριό γέμισε από κουτσούβελα χρώματος… σοκολατί!

Νεκτάριος Μπουτεράκος