Φωτισμένο χαμόγελο

 αααα

Παραμονές Χριστουγέννων. Οι δρόμοι της πόλης γεμάτοι από χαρούμενα πρόσωπα. Γονείς κρατούσαν από το χέρι τα ευτυχισμένα μικρά τους και χάζευαν τις βιτρίνες με τα πολύχρωμα παιχνίδια. Παντού ευχές και φιλιά γεμάτα αγάπη και χαρά.

Ο μικρός Αλητάκος – έτσι ήταν το όνομά του από όταν θυμόταν τον εαυτό του – τα έβλεπε όλα αυτά κρυμμένος σε μια γωνιά του τοίχου ενός σκοτεινού στενού. Κοίταζε τα ζεστά παπούτσια από τα χαρούμενα παιδάκια, ενώ αυτός περπατούσε με χοντρές και τρύπιες κάλτσες. Έβλεπε τα πεντακάθαρα πρόσωπά τους, ενώ το δικό του ήταν βρώμικο και θλιμμένο. Παρατηρούσε τα στοργικά χέρια των γονιών τους που τα κρατούσαν, ενώ το δικό του ήταν άδειο. Η μητέρα του βρισκόταν άρρωστη σ’ ένα παγωμένο δωμάτιο ενός υπογείου και περίμενε υπομονετικά το μικρό γιό της να φέρει ο,τιδήποτε μπορούσε είτε για φαί, είτε για φάρμακα. Το βλέμμα του χάθηκε στο χιονισμένο σκοτεινό δρομάκι, ενώ ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του, αφήνοντας μια καθαρή λευκή γραμμή. Έκανε τόσο κρύο και το χιόνι έπεφτε πυκνό. Κοίταξε ψηλά, μήπως και δει το αγαπημένο του φεγγάρι, μα κι αυτό είχε κρυφτεί από τη ζωή.

Κατέβασε το τρύπιο σκούφο του χαμηλά, πήρε τα πράγματα και το σκαμνάκι του στο χέρι και βρήκε μια μικρή γωνιά ενός πολυσύχναστου δρόμου για να κάτσει.

«Βερνίκωμα και γυάλισμα!», άρχισε να φωνάζει, στην αρχή σιγανά, αλλά μετά με μεγαλύτερη δύναμη. Δυο τρεις γύρισαν το κεφάλι τους για να δουν από πού προέρχεται η ενοχλητική φωνή. Τον είδαν και γέλασαν. Ύστερα συνέχισαν την πλούσια, καλοβαλμένη ζωή τους. Ο μικρός Αλητάκος δεν σταμάτησε να φωνάζει. Κάποια στιγμή βγήκε ένας κουστουμαρισμένος κύριος από ένα εμπορικό πίσω του.

«Φύγε από εδώ αλήτη! Ενοχλείς τους πελάτες!», ούρλιαξε νευρικά. Ο μικρός τον κοίταξε με το μελαγχολικό του βλέμμα.

«Σας παρακαλώ, χρειάζομαι τα χρήματα!», είπε, σχεδόν ψιθυριστά.

«Αφού δεν φεύγεις μόνος σου, θα σε βοηθήσω εγώ!», είπε θυμωμένος και με μια κλωτσιά πέταξε τα πράγματά του μακριά. Τον άρπαξε από το φθαρμένο γιακά και τον έσπρωξε. Ο Αλητάκος έχασε την ισορροπία του κι έπεσε με το πρόσωπο στο χιόνι. Ο κουστουμαρισμένος κύριος καθάρισε τα χέρια του, σαν να τα είχε λερώσει και μπήκε στο ζεστό κατάστημα. Ο μικρός ένιωσε ένα χέρι να τον σηκώνει. Κοίταξε προς το μέρος του σωτήρα του και είδε ένα αντρικό πρόσωπο χαμογελαστό.

«Χτύπησες;», άκουσε να λέει μια γλυκιά, μελωδική φωνή.

«Είμαι καλά, ευχαριστώ!», του χαμογέλασε ο μικρός. Ο όμορφος κύριος με το ψηλό καπέλο κοίταξε τα πόδια του μικρού Αλητάκου.

«Δεν κρυώνεις χωρίς παπούτσια;», ρώτησε ανήσυχος.

«Έχω συνηθίσει! Δεν κρυώνω!».

«Βλέπω γυαλίζεις παπούτσια! Μπορείς να γυαλίσεις και τα δικά μου;».

«Ευχαρίστως!», είπε χαρούμενος ο μικρός και μάζεψε γρήγορα τα πράγματά του. Με γρήγορες κινήσεις κι ένα φωτεινό χαμόγελο καθάρισε τα παπούτσια του όμορφου κυρίου σε λίγες στιγμές».

«Μα εσύ είσαι πολύ καλός, μπράβο!», είπε κι έβγαλε ένα χρυσό νόμισμα, δίνοντάς το στον μικρό.

«Όχι! Δεν θέλω χρήματα! Μου φερθήκατε τόσο καλά πριν… Δεν μπορώ να τα πάρω!».

«Περίμενε λίγο εδώ! Μη φύγεις!», είπε και με δύο μεγάλες δρασκελιές είχε χαθεί πίσω από μια μαύρη άμαξα, που βρισκόταν μπροστά του. Ύστερα από λίγο ξαναφάνηκε με μια χάρτινη σακούλα στα χέρια. Τον πλησίασε και του την έδωσε.

«Τι είναι αυτό;».

«Τίποτα σπουδαίο! Για να ζεστάνεις τα πόδια σου! Κι όταν θα έχει πάλι φως, να χαμογελάς! Μη σταματάς να χαμογελάς…». Του χάιδεψε το κεφάλι και εξαφανίστηκε πίσω από την άμαξα. Ο μικρός αλητάκος έμεινε να κοιτάζει σαν χαμένος με τα λόγια που άκουσε.

Το χιόνι άρχισε να γίνεται πιο πυκνό. Ο μικρός έτρεξε στο δωμάτιό τους. Βρήκε στη διαδρομή ένα κούτσουρο και, σχεδόν ευτυχισμένος, το έβαλε στη μικρή ξυλόσομπα και την άναψε. Η μητέρα του στο κρεβάτι ήταν κουκουλωμένη και έβηχε. Δεν είχε τη δύναμη ούτε να του μιλήσει. Ο Αλητάκος κάθισε μπροστά στη ζεστή σόμπα και άνοιξε τη σακούλα. Μέσα είχε ένα ζευγάρι παπούτσια, λίγο βρώμικα και πολύ περίεργα. Τα έβαλε στα πόδια του. Ήταν αρκετά σκληρά, αλλά δεν τον ένοιαζε. Αν είχε μπροστά του τον κύριο με το ψηλό καπέλο θα τον αγκάλιαζε και θα τον ευχαριστούσε για το υπέροχο δώρο που του έκανε. Το μοναδικό δώρο που είχε πάρει μέχρι τότε…

Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Ο μικρός Αλητάκος είχε στήσει τα πράγματά του στον ίδιο πολυσύχναστο δρόμο, με παρόμοιες ευτυχισμένες φάτσες να κυκλοφορούν, αλλά καμία από αυτές να μην του δίνει σημασία.

«Βερνίκωμα και γυάλισμα!», συνέχισε να φωνάζει, αλλά όλη τη μέρα δεν είχε γυαλίσει ούτε ένα παπούτσι. Το καλό ήταν πως δεν χιόνιζε. Έκανε, όμως, κρύο τσουχτερό. Κοίταξε τα παπούτσια που του ζέσταιναν τα πόδια και αμέσως έριξε μια ματιά τριγύρω, μήπως ξαναδεί τον ευγενικό εκείνο άντρα με το ψηλό καπέλο. Πουθενά! Έριξε μια ματιά στον ουρανό και ήταν γεμάτος σύννεφα. Πάλι χωρίς φεγγάρι. Ανασήκωσε τους ώμους του και συνέχισε να φωνάζει. Όσο περνούσε η ώρα, τόσο κόσμος γινόταν πιο αραιός. Θα ήταν όλοι στα τζάκια τους με τις οικογένειές τους και το τραπέζι φορτωμένο φαγητά, σκέφτηκε ο μικρός και τα σάλια του γέμισαν το στόμα του.

Το μεγάλο ρολόι της εκκλησίας άρχισε να χτυπάει τους δώδεκα χτύπους του. Ο χρόνος άλλαζε και ο δρόμος ήταν σχεδόν άδειος. Ο μικρός Αλητάκος σηκώθηκε να μαζέψει τα πράγματά του, όταν το φεγγάρι έριξε τις αχτίδες τους. Ήδη είχαν χτυπήσει έξι καμπανιές. Ο μικρός σήκωσε το κεφάλι και είδε το ολόγιομο φεγγάρι. Οκτώ καμπανιές. Χαμογέλασε. Δέκα καμπανιές. Του φάνηκε πως κάτι έλαμπε στο έδαφος. Κοίταξε τα παπούτσια του. Δώδεκα καμπανιές. Ο χρόνος είχε αλλάξει και ο μικρός Αλητάκος είχε μείνει έκπληκτος αντικρίζοντας τα παπούτσια του που γυάλιζαν, λες και ήταν από χρυσάφι. Μα ήταν από χρυσάφι. Θυμήθηκε τα λόγια του άντρα, «…όταν θα έχεις φως, να χαμογελάς, μη σταματάς να χαμογελάς!».

 Νεκτάριος Μπουτεράκος