Τρίτη και φαρμακερή

 1297438009_165810005_1----35x50cm

Ο μπάρμπα Στάμος ήταν ένας ξερακιανός γέρος που ζούσε σε ένα ορεινό χωριό της Αρκαδίας. Κάθε πρωί με τη μαγκούρα του πήγαινε στον καφενέ του χωριού, κάτω από τον πλάτανο, για το καφεδάκι και το κουτσομπολιό. Την κυρά του την άφηνε στο σπίτι. Ο καφετζής ο κυρ Λάμπρος έσπαγε πλάκα μαζί του.

«Τι γίνεται μπάρμπα Στάμο; Πως πάει η ζωή;», ρωτούσε, γελώντας κάτω από το μουστάκι του.

«Τι να κάνεις; Τα κουτσοπαλεύουμε εγώ και η γριά!», κλαιγόταν καθημερινά.

«Το σταυρό σου να κάνεις μπάρμπα Στάμο! Μακάρι να φτάσω κι εγώ στην ηλικία σου! Τα ‘μαθες για τον κυρ Βαγγέλη; Αποδήμησε εις Κύριον! Τον είχε βασανίσει εκείνη η γαστρεντερίτιδα!».

«Αφού ο άνθρωπος φτάσει σε μεγάλη ηλικία ή από πέσιμο ή από χέσιμο θα πάει! Ε, αυτού του έλαχε το δεύτερο!».

«Μπάρμπα Στάμο λένε πως όταν δεν σέβεσαι τον θάνατο του άλλου είναι σαν να του κλέβεις την τελευταία του πνοή… κι εσύ δεν είσαι κλέφτης!», προσπαθούσε με το ζόρι να κρατηθεί από τα γέλια ο κυρ Λάμπρος.

Μετά από μια εβδομάδα ο μπάρμπα Στάμος βρισκόταν στο γνωστό του ραντεβού με τον καφέ του κάτω από τον πλάτανο και τον κυρ Λάμπρο δίπλα του. Ξαφνικά από τον κεντρικό δρόμο του χωριού, δίπλα από την πλατεία πέρασε ένα αυτοκίνητο με μια πανέμορφη, νέα γυναίκα μέσα. Ο μπάρμπα Στάμος καρφώθηκε πάνω της.

«Αχ και να ‘μουν νέος!», μονολόγησε.

«Παίζει το ματάκι σου, μπάρμπα!», αναφώνησε ο κυρ Λάμπρος.

«Εμ τι να περιμένω από τη γριά μου που έχει ξεχειλώσει;», είπε περιπαικτικά ο γέρος.

«Μωρέ οι κότες όταν γεράσουν κάνουν τις καλύτερες σούπες, οπότε η γριά η κότα έχει το ζουμί!».

«Ναι! Κάθε πρωί αλλάζω σεντόνια από τα ζουμιά που αφήνει από την ακράτεια! Πόσο δίκιο έχεις!».

Ξέσπασε σε γέλια ο κυρ Λάμπρος.

«Α, δεν σου ‘πα! Σήμερα χάσαμε και την κυρά Λουκία… Η γαστρεντερίτιδα τελικά πήρε πολύ κόσμο!».

«Είπαμε! Ο γέρος ή από πέσιμο ή από χέσιμο!».

«Μην είσαι κλέφτης μπάρμπα Στάμο! Αμαρτία και γρουσουζιά!».

«Άσε με καημένε!», έκανε νεύμα με το χέρι του ο μπάρμπα Στάμος και ρούφηξε τον καφέ του.

Μετά από λίγες μέρες στο ίδιο τραπεζάκι κάθονταν ο μπάρμπα Στάμος με τον καφετζή και τον παπά του χωριού, τον παπά Ηλία.

«Πάτερ δεν σε βλέπω στα κέφια σου σήμερα!», είπε ο κυρ Λάμπρος.

«Πολλά θανατικά τέκνον μου! Ο διάβολος κάνει πάρτι εκεί ψηλά με τις επιδημίες που μας στέλνει!».

«Ποιος πέθανε πάλι;», ρώτησε ο Καφετζής.

«Η κυρά Ματούλα, από γαστρεντερίτιδα!».

«Έλα μωρέ! Οκτακοσίων χρόνων ήταν κι αυτή… Είπαμε, ο γέρος…», άρχισε να λέει ο μπάρμπα Στάμος.

«Το μάθαμε! Από πέσιμο ή από χέσιμο…», συμπλήρωσε ο κυρ Λάμπρος.

«Πάψε αμαρτωλέ!», φώναξε ο παπάς στον μπάρμπα Στάμο.

 Ο γέρος, εκνευρισμένος, σηκώνεται και πάει να φύγει.

«Ώχου! Σας βαρέθηκα με τις βλακείες σας… Φεύγ…». Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την πρότασή του, σκόνταψε κι έπεσε κάτω. Ο παπάς κι ο κυρ Λάμπρος έτρεξαν κοντά του, μα είχε σπάσει το κεφάλι του.

«Πάει ο άνθρωπος!», αναφώνησε ο παπάς.

«Ε, μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη… τρεις και την κακή του μέρα!», είπε απελπισμένος ο κυρ Λάμπρος.

Νεκτάριος Μπουτεράκος