wolves_howling_at_red_full_moon_night_by_christophep-d5xslnj

Αλυσίδες χοντρές, σκουριασμένες κατέβαιναν από το πουθενά. Δύο τής κρατούσαν τα χέρια, όμοια αρπακτικά πουλιά, δύο ακόμα τής έπνιγαν τους αστράγαλους κι οι δύο μεσαίες είχαν τρυπήσει με λεπτά ασημί αγκίστρια τις θηλές από το στήθος της. Το δέρμα της φαινόταν διάφανο, ισχνό, μα όχι χαρακωμένο από τον χρόνο. Τα μαλλιά της, ποτάμια από μαύρα δάκρια, έπεφταν και χάνονταν στο χάος. Τα μάτια της μισάνοιχτα, να κοιτάζουν εκεί μακριά τον πόνο, την πίκρα και την εξαθλίωση. Από τις άκρες τους δάκρυα λευκά, γαλακτερά έσταζαν προς το κενό που έχασκε από κάτω, μα δεν χάνονταν, γίνονταν πουλιά, μικρά κάτασπρα περιστέρια, και πετούσαν απόμακρα γύρω από τον χαμό, αναμένοντας κι αυτά για μια λύση, μια χάρη, μια λύτρωση.

Εκείνος, γυμνός και ψυχρός, καθόταν στον θρόνο του. Δεν έμοιαζε γέρος – όπως τον ήθελαν πολλοί – μα νέος κι όμορφος, με μαλλί κατάξανθο σε μπούκλες στιλπνές να χαϊδεύουν τους ώμους του. Τα γαλάζια ματιά του – λες κι ο ουρανός είχε στάξει μέσα τους – φαίνονταν γυάλινα, ανέκφραστα. Πότε κοιτούσε εκείνη να λιώνει στα δεσμά κρεμασμένη και πότε εκεί μακριά στη δυστυχία, τη μιζέρια.

«Τι κάνεις εσύ εδώ μαζί μου; Δεν σε ενοχλεί η ηλικία μου; Πρέπει να γέρασα… ν’ άσπρισε το μαλλί μου…», ψέλλισε εκείνη, καθώς γύρισε με τα μαύρα μάτια της να τον κοιτάξει.

«Έτσι νιώθεις; Γερασμένη;», της αποκρίθηκε.

«Δεν ξέρω. Μια νιώθω ζωντανή κι άλλοτε πεθαμένη, εδώ κρεμασμένη… Νομίζεις πως έτσι μοιάζει αυτό που φοβούνται τόσο; Έτσι είναι ο θάνατος;».

«Ίσως! Μπορεί απλά να κοιτάς από τα μάτια μιας τάχα γερασμένης καρδιάς. Κι αυτά να σε προδίδουν».

Οι αλυσίδες άφησαν ένα στριγκό, μεταλλικό θόρυβο, καθώς κίνησε λίγο το εύθραυστο κορμί της, για να τον θωρήσει καλύτερα.

«Ο χρόνος έχει περάσει. Για σένα κυλά όπως οι στιγμές, μα για εκείνους αιώνες. Σ’ εκλιπαρώ να την ανοίξεις! Θα ‘ναι η λύτρωσή μου, θα γενώ όπως παλιά… Κι η δική τους η λύτρωση…».

Ανέβασε το αγαλματένιο – θαρρείς από μάρμαρο – πόδι του στο μπράτσο του θρόνου και το άφησε να κινείται ρυθμικά μπρος πίσω, σαν εκκρεμές που σπρώχνει τον χρόνο ακόμα πιο μακριά.

«Έχει σφραγίσει η πύλη. Από εκείνη την αποφράδα μέρα της μεγάλης προδοσίας παραμένει κλειστή κι έτσι θα μείνει. Εξάλλου μπορεί ένα ίχνος φωτός να σταθεί Γολγοθάς στην τροχιά ενός άστρου;», απάντησε, ρωτώντας, με λέξεις ψυχρές.

Έριξε το κεφάλι της πίσω κι ο μαύρος χείμαρρος των μαλλιών της πλησίασε εκείνους που βούλιαζαν στην απελπισία. Προσπαθούσε ακόμα να τους προστατέψει, έστω κι αν οι ίδιοι την είχαν εξορίσει εκεί, αλυσοδεμένη, παγωμένη, μονάχη. Ένα ακόμα βλέμμα του έριξε, μέσα στις θάλασσες των ματιών του κι ευθύς κι άλλα λευκά περιστέρια γεννήθηκαν.

«Είσαι τόσο νέος! Άσε με να δω μέσα απ’ τα μάτια σου».

«Μα είναι δικά μου. Βλέπω αλλιώς…».

«Δεν θα νιώθω τόσο μόνη μέσα από τα δικά σου τα μάτια».

Έκλεισε για λίγο τα βλέφαρα κι αυτή τα δικά της.

«Τι βλέπεις;», ρώτησε εκείνος.

«Το φεγγάρι… Το δικό τους φεγγάρι, μα μοιάζει με αίμα, θρηνεί».

«Τ’ ακούς;».

«Τόσο μακριά… Άκου, σιγοτραγουδά. Έχει φωνή γλυκιά, πονεμένη. Μοιρολογεί».

«Τραγούδα κι εσύ, πες τον σκοπό του… Πώς ακούγεται η μουσική;».

«Σαν το χάδι τ’ αγέρα, σαν το κλάμα μωρού. Μοιάζει με του φωτός τις καμπύλες, της σκιάς το κρυφτό».

Τα χέρια του σφίχτηκαν στα μπράτσα του θρόνου και το κεφάλι του ρίχτηκε πίσω.

«Δώσε πίσω τα μάτια μου. Θέλω να σε δω. Κοντεύω να ξεχάσω…».

Έγειρε το σώμα του, αφήνοντας να φανεί η πλάτη του θρόνου του. Εκεί υπήρχε η εικόνα εκείνης. Όμορφη, δυνατή, χαμογελαστή, ζωντανή. Την κοίταξε και με τα ακροδάχτυλά του την άγγιξε, λες και χάιδευε πέταλο από κρίνο λευκό.

«Μη… Μη την κοιτάς. Δεν θέλω να με συγκρίνεις», φώναξε εκείνη, προσπαθώντας να αποδεσμευτεί. Οι θηλές της μάτωσαν κι έσταξαν.

«Τα μάτια σου είναι ίδια. Ακόμα λάμπουν», της αποκρίθηκε, δίχως να τη λυπηθεί.

«Όχι! Σβήνουν, γεμάτα ρυτίδες… Δεν τα βαστούν καλά τα πονεμένα νεύρα τους».

«Δεν μπορείς εσύ να μιλάς για ρυτίδες. Δεν σ’ αγγίζει ο χρόνος. Σε φοβάται, σε φθονεί».

«Θαρρείς πως είμαι μια μαθηματική εξίσωση που πάντα θα δείχνει έναν άγνωστο αριθμό;».

«Δεν χωρά πήχης για το μέτρημά σου. Ίσως… Ίσως να με προσπερνάς στους αιώνες. Γι’ αυτό κι ο χρόνος σε φθονεί, γιατί είσαι ισάξιά του».

«Τώρα λιώνω στο πέρασμά του…».

Σηκώθηκε απότομα από τον θρόνο του, τεντώνοντας τα χέρια ψηλά. Φαινόταν μουδιασμένος.

«Σκέφτομαι να σε πάρω και να φύγουμε μακριά. Μακριά από εδώ…».

«Εσύ στο φως κι εγώ στο σκοτάδι. Εσύ στα νιάτα κι εγώ στις αναμνήσεις, που με χαϊδεύουν τόσο ερωτικά… Αναμνήσεις που με κάνουν να τους αποζητώ, να συγχωρώ τα λάθη…».

Την πλησίασε και άγγιξε το αίμα που ακόμα έσταζε. Το έφερε στα χείλη του. Το γεύτηκε.

«Ήσουν τόσο όμορφη! Ακόμα είσαι… Πολλοί σε λαχταρούσαν. Τώρα δεν ξέρω. Έχουν αλλάξει κι άλλαξαν και μένα».

«Άσε την πύλη ν’ ανοίξει κι όλα θα γίνουν όμορφα ξανά. Ξεκλείδωσέ τη. Μια ακόμα ευκαιρία σου ζητάω. Κοίτα τους…».

Έριξε το βλέμμα του εκεί μακριά. Είδε τον πόνο τους, την ικεσία στο βλέμμα τους, τα άδεια κορμιά τους. Το γαλάζιο των ματιών του έγινε ευθύς σκούρο μπλε, σαν την ανταριασμένη θάλασσα.

«Το κλειδί έχει χαθεί. Ούτε ο χρόνος δεν το έχει. Σε αγαπούσαν όλοι τόσο…».

«Αγαπήθηκα, αλλά δεν έζησα… Δεν έζησα! Δεν πρόλαβα…».

«Ζήσε τώρα. Μπορείς…».

Το χέρι της κινήθηκε και η αλυσίδα έσκουξε. Τον άγγιξε και το δάχτυλό της έγινε πλασμένο από σύννεφο. Μια δροσιά απλώθηκε στο κορμί της. Σαν τον άφησε, φάνηκε πάλι διάφανη, στεγνή.

«Πάρε με μακριά. Κάνε με γυναίκα… Ερωτεύσου με!».

Μια λέξη ήταν εκείνη, μαγική. Ευθύς την αντίκρισε με βλέμμα αλλιώτικο. Της άπλωσε το χέρι.

«Έλα μαζί μου».

Έκανε να κινηθεί, μα οι αλυσίδες τέντωσαν. Κοίταξε το κορμί της που έμοιαζε με γυαλί.

«Δεν μπορώ. Είναι όλα γυάλινα εδώ μέσα. Μια φυλακή κρυστάλλινη…».

«Σπάσε τη τότε κι έλα».

Προς στιγμήν οι μυς της τέντωσαν, τα νεύρα τσίτωσαν, έγινε άκαμπτη, μα αμέσως αφέθηκε, τραβήχτηκε προς τα κάτω και οι θηλές της πάλι μάτωσαν.

«Είναι τόσο αργά…».

«Μπορείς!», φώναξε εκείνος και τα λευκά περιστέρια από δάκρια διαλύθηκαν. έγιναν βροχή κι έπεσαν πάνω στον πονεμένο όχλο, προσφέροντας μια πρόσκαιρη ανακούφιση.

«Παχύ το γυαλί και οι τοίχοι αδιαπέραστοι. Δεν έχω τη δύναμη να αντισταθώ. Δεν έχω τη δύναμη να ζήσω. Είμαι τόσο κουρασμένη… τόσο κουρασμένη…».

«Δώσε μου το χέρι σου», φώναξε και το μαρμάρινο κορμί του αναρρίγησε, λες και μια σπίθα πετάχτηκε από το πουθενά για να γίνει φλόγα δυνατή.

«Μα πώς να το σηκώσω; Είναι τόσο βαρύ κι εσύ τόσο μακριά. Μας χωρίζουν τα δεσμά μου. Δεν μπορώ να έρθω κοντά σου…».

«Θα έρθω τότε εγώ».

Η φλόγα έγινε φωτιά, το μάρμαρο άρχισε να λιώνει, το μπλε έδωσε τη θέση του στο ανοιχτό γαλάζιο, στο κέντρο του στήθους εμφανίστηκε ένα κόκκινο σημάδι όμοιο με το χρώμα του φεγγαριού κι απλωνόταν.

«Έλα. Είσαι τόσο νέος εσύ. Πώς ζαλίζομαι έτσι; Λες και είμαι από πάντα δεμένη μ’ αυτά τα δεσμά. Έλα πιάσε με γερά».

Κι εκείνος υπάκουσε. άδραξε τη στιγμή και την έπιασε. Οι αλυσίδες έγιναν σκόνη χρυσή κι αυτή αφέθηκε στα χέρια του. Ακούμπησε το δικό της στο κόκκινο σημάδι κι η πύλη άνοιξε. Φως ξεπρόβαλε κι έπεσε πάνω σ’ εκείνους που ψυχορραγούσαν. Εκείνη χάθηκε μέσα στο φως κι έγινε σπόρος. Σπόρος σε μια μήτρα ανέγγιχτη, όπου για δεύτερη φορά θα έβγαινε στο φως και θα θέριζε το κακό, θα ευλογούσε το καλό, θα θυσιαζόταν για εκείνους και θα τους έδινε πίσω αυτό που είχαν χάσει. αυτό που το είχαν κρεμάσει σε αλυσίδες και αιμορραγούσε για αιώνες, κάνοντας το φεγγάρι κόκκινο και να θρηνεί με πονεμένο τραγούδι… Την ψυχή τους!

Νεκτάριος Μπουτεράκος