Η νύφη κι οι αγγέλοι

03_The-Bride_1950_03

Γάμος τρανός εγένετο σε κακοτράχαλα χωριά της Μάνης. Νταρντάνα και μελανούρι η Παναγιώτα, μορφονιός και γεροδεμένος ο Κωνσταντής. Οι τουφεκιές μέχρι την θάλασσα ακούστηκαν και ο χόνδρος με το κοκκινιστό έσπαγε την μύτη σ’ όλο το χωριό. Πλούσιος κι ευλογημένος ο γάμος.

Η Παναγιώτα, καλοαναθρεμένη και ψυχόπονη, είχε μάθει από το πατρικό της, όταν εφούρνιζε να δίνει μια λαγάνα σε κάποιον φτωχό. Έτσι στέριωνε το ριζικό και η καλοτυχιά του σπιτιού της. Αλλιώς, για κακό το ‘χε. Η κυρά Λεμονιά, όμως, η πεθερά της, σφικτοχέρα γυναίκα, έκανε φασαρία για την απλοχεριά της νύφης της. «Δεν μας περισσεύουνε για τους παρακατιανούς». Φαρμάκι έσταζε το στόμα της. Η Ποτούλα, όμως, έτσι την φώναζε χαϊδευτικά ο Κωνσταντής, δεν της χαρίστηκε. Κομμάτια λαγάνας πέταγε στα κεραμίδια του πετρόχτιστου φούρνου της και τα ‘ταζε στην Παναγιά. Λιβάνι μυρωδάτο εγίνικαν, αγιάσαν τα ψωμιά κι η μυρουδιά τους στους ουρανούς ανέβηκε. Εμύρισαν οι άγγελοι κι εκίνησαν να βρουν την μυροχέρα νια, που τα ‘πλασε και τα ‘δωκε προσφορά στα θεία.

«Μόνο συ όμορφη κυρά μας βλέπεις και κανείς άλλος». Τραγούδησαν στην Ποτούλα κι αυτή σταυροκοπηθεί με το θαύμα. «Κανείς να μην μάθει για το ψωμί που ‘γινε λιβάνι, μόνο συ θα το κρατάς το μυστικό. Αλλιώς πέτρα θα γενείς, θα μαρμαρωθείς». Ευχή και κατάρα της έδωσαν οι αγγέλοι.

Ένα πρωινό, καμίνι η πέτρα από την λάβα του καλοκαιριού, ένας γείτονας της Ποτούλας ψυχορραγούσε. Είχε πλουτίσει από τις τοκογλυφιές του και τώρα πλήρωνε τ ‘αμαρτήματά του. Όπως πρόσταζε η μικρή κοινωνία, πήγε να δει τον γείτονα στο κρεβάτι του πόνου. Τυφλοί όλοι, μα αυτή ανοιχτομάτα, είδε αγγέλους και σατανάδες να καρφώνουν μαχαίρες στο αμαρτωλό κορμί του γείτονα. Μαύρο δάκρυ έριξε η Ποτούλα από το σκηνικό που ‘λέπαν τα ματάκια της. Κανείς άλλος δεν τον έκλαιγε, μόνον αυτή. Η κακορίζικη η πεθερά, κακό έβαλε με το νου της κι έτρεξε στο σπίτι να φέρει τα μαντάτα στον μονάκριβό της.

«Αγαπητικό τον είχε η προκομμένη σου, τ’ ακούς;». Τριβέλιζε τ’ αυτιά του Κωνσταντή.

«Τράβα ρε μάνα να κρυώσεις κάνα βράχο από την κακία σου». Άντρας ο Κωνσταντής, μύγα στο σπαθί του δεν σήκωνε για την Ποτούλα του.

Μια βραδιά, δροσερή και μυρωδάτη, άνοιξη θα ‘τανε θαρρείς, μαντάτο άσχημο ήρθε για την αρρώστια ανιψιού, από ξάδελφου μεριά. Μωρό ακόμα, απερπάτητο. Ο Κωνσταντής μαζί με γυναίκα και μάνα έτρεξαν να συμπαρασταθούν στον πόνο τους. Ανθοφόρα στεφάνια στόλιζαν το κρεβατάκι του μωρού, μύριοι αγγέλοι. Η Ποτούλα μόνο είχε την θωριά και κανείς άλλος. Θεία ομορφιά στα μάτια της, την έκαναν να χαμογελά. Ο Κωνσταντής και η πεθερά την είδαν.

«Την βλέπεις την παστρικιά; Στον αγαπητικό σπάραζε κι εδώ αχνογελάει η κακούργα». Το δηλητήριο πότισε τον Κωνσταντή και τράβηξε την γυναίκα του παραπέρα.

«Μωρή, στον γείτονα μαύρο δάκρυ έριχνες και στον γιο του ξαδέλφου μου γελάς; Αλλοπαρμένη είσαι; Τι συμβαίνει;»

«Δεν μπορώ να σου πω Κωνσταντή, μεγάλο το μυστικό που με βαραίνει και κακό θα με βρει αν στο αποκαλύψω». Μα ο ξεροκέφαλος Μανιάτης γινάτι το ‘καμε και δεν την άφηνε στην ησυχία της. Μην αντέχοντας η Ποτούλα το μαράζι του πρόσταξε νεκροκρέβατο να φτιάξει και μετά θα του φανερώσει το μυστικό. Έτσι έκανε ο Κωνσταντής κι έφτιαξε το νεκρικό κρεβάτι. Ξάπλωσε η Ποτούλα και σταύρωσε τα χέρια στο στέρνο της μπροστά.

«Η μάνα σου δεν μ’ άφηνε λαγάνα να δίνω σε φτωχούς κι εγώ πα στον φούρνο τις πετούσα. Λιβάνι μυρωδάτο γένικαν κι αγγέλοι κατέβηκαν από την μυρουδιά. Μονό ‘γω τους θωρούσα, αλλά μου πρόσταξαν να την το μαρτυρήσω, γιατί βράχος θα γενώ. Τον γείτονα τον μαχαίρωναν αγγέλοι και διαβόλοι κι εγώ στεναχωρήθηκα κι έκλαιγα γοερά, μα τον ανεψιό σου με άνθη τον μοιράνανε και χαμογέλασα με την ομορφιά. Σ’ αγαπώ Κωνσταντή». Αυτά είπε και μαρμάρωσε η Ποτούλα. Ούτε τα καυτά δάκρια του Κωνσταντή δεν κατάφεραν να την λυτρώσουν, που για χρόνια έχυνε πάνω από την αγαλματένια γυναίκα του.

Νεκτάριος Μπουτεράκος